Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Δεν είναι εύκολο να σταθείς μπροστά σε έναν πίνακα Μπαρόκ, χωρίς να νιώσεις μικρά ρίγη να σε διαπερνούν βραδέως. Οι έντονες αντιθέσεις φωτός-σκιάς, οι απότομες κινήσεις των μορφών που προκαλούν συσπάσεις, οι πολύπλοκοι διαπλεκόμενοι όγκοι και η μεγαλειότητα των μορφών, διεγείρουν τα νευραλγικά εκείνα σημεία της νόησης και της συναίσθησης, που τις περισσότερες φορές αποφεύγουμε να επικαλεστούμε.

Πολύ περισσότερο, προκαλεί η θεματολογία, που ξεχειλίζει από αφηνιασμένα συναισθήματα, μονίμως υπερβολικά. Το δράμα, η έντονη θεατρικότητα, ο ψευδαισθητισμός είναι λίγα από μία πλειάδα έντονων χαρακτηριστικών, που δικαίως το κατέστησαν ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα καλλιτεχνικά ρεύματα. Οι καλλιτέχνες του 17ου αιώνα, στόχευαν στη συγκινησιακή επιφόρτιση του πνεύματος, μέσω ενός σχετικά «ευανάγνωστου» πίνακα. Και το κατάφεραν, δημιουργώντας στον θεατή το αίσθημα, πως οι ανήσυχες φιγούρες διακατέχονται από έναν κόσμο ηθικών ανομημάτων, χωρίς αυτά να είναι καταδικαστέα. Το είδωλο του αναγνώστη, αντικατοπτρίζεται ενδόμυχα στις εκρηκτικές αναπαραστάσεις.

Ξεκινώντας από την ίδια την ονομασία του ρεύματος, οι ρίζες της λέξης Μπαρόκ, προέρχονται από το πορτογαλικό barocco, που σημαίνει ανώμαλο μαργαριτάρι. Η περίοδος της Αναγέννησης, που επανέφερε το λησμονημένο φως μετά τον Μεσαίωνα, «δεν μπορούσε» να ακολουθηθεί από κάτι «σκοτεινό». Το Μπαρόκ όφειλε να παραμεριστεί, να μην ανθίσει και να αφήσει το κίνημα της Αναγέννησης, να εξαφανίσει κάθε «μελανό» σημείο των Σκοτεινών Χρόνων.

Οι τεχνοκριτικοί του 17ου αιώνα, μετέτρεψαν τη λέξη σε baroque, γαλλιστί, θέλοντας υποτιμητικά να χαρακτηρίσουν το νέο καλλιτεχνικό στυλ, ως κάτι παράδοξο και ιδιόρρυθμο, το οποίο αναίσχυντα, παραγνώριζε τους αυστηρούς κανόνες της κλασικής τέχνης, που για τους ιδίους μεταφραζόταν σε μία οικτρή έλλειψη καλαισθησίας. Παρ’ όλα αυτά, το «ανώμαλο μαργαριτάρι», βρισκόταν κάπου στο ενδιάμεσο. Λαμβάνοντας υπόψη, πως τα καλλιτεχνικά ρεύματα έχουν ανάγκη να εκφράσουν το γίγνεσθαι της εποχής τους, τότε το «κιαρόσκουρο» Μπαρόκ, εξέφραζε τις εξελίξεις και τις αντιφάσεις της εποχής.

Image result for baroque

Η εναλλαγή φωτός-σκιάς αποτυπώθηκε στον καμβά, ακριβώς επειδή κυριαρχούσε παντού. Από την πολιτική ως τη θρησκεία, η κοινωνικοποίηση μέσα από την συνύπαρξη των άκρων, απέδιδε μία ατέρμονη συγχώνευση δραματικών αρετών: από τον μυστικισμό στον ρεαλισμό κι απ’ τον ερωτισμό στον ασκητισμό. Η αντιμαχία που βίωσε η Ευρώπη της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης, δημιούργησε καλλιτεχνικά στρατόπεδα, με το Μπαρόκ να επιστρατεύεται στον αγώνα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η αμεσότητα των μορφών, η επιβλητικότητα των κτηρίων, η απλούστευση των θεμάτων προκαλούν τη συναισθηματική συμμετοχή του θεατή, δίνοντας την αίσθηση πως η Καθολική Εκκλησία ανοίγει τα μπράτσα της για να αγκαλιάσει τους πιστούς.

13595411_526017457599339_994290538_n

Καραβάτζιο, Ρούμπενς, Τζεντιλέσκι, Ρέμπραντ, Μπερνίνι, Βερμεέρ, Μοντεβέρντι. Από τη ζωγραφική έως τη μουσική, οι εκφραστές του καλλιτεχνικού αυτού ρεύματος, έχουν ένα κοινό: αποστρέφονται τους κλασικούς κανόνες της ομορφιάς. Αγαπούν τη φυσική αναπαράσταση, κινούνται στο πρίσμα της νατουραλιστικής απόδοσης. Εγκαταλείπεται η ωραιοποίηση των μορφών, η ιδεαλιστική απεικόνιση των τοπίων καθώς και τα «μεγαλειώδη γεγονότα». Η φυσική αμεσότητα της απεικόνισης, υπερέχει του ιδανικού. Ο Καραβάτζιο, αποδίδει τον Άγιο Παύλο στον πίνακα «Η μεταστροφή του Αγίου Παύλου» ως άξεστο Ρωμαίο στρατιώτη ενώ τον χωρικό ρυτιδιασμένο και φαλακρό. Οι αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ, στερούνται οποιουδήποτε ωραιοποιημένου χαρακτηριστικού, με τέτοιο τρόπο που η εγκατάλειψη αναζήτησης του «όμορφου» αφήνει χώρο στην αποτύπωση της ειλικρίνειας.

Image result for gentileschi

Οι γυναικείες φιγούρες στους πίνακες της Τζεντιλέσκι, δεν θυμίζουν σε τίποτα τις γλυκές και άκακες «αιθέριες υπάρξεις» της Αναγέννησης, πόσο μάλλον παρουσιάζουν το πρόσωπο εκείνο που η εποχή καταπιέζει και αποτρέπει να εκφραστεί. Πονάνε, αντιδρούν, εκδικούνται, εναντιώνονται. Από την άλλη οι γυναίκες του Βερμεέρ, είναι «ασήμαντες». Μία μαγείρισσα, μία τεμπέλα υπηρέτρια, μία τροφός και μία άγνωστη κοπέλα με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι, έως τότε δεν αξιώνονταν απεικονίσεων. Το Μπαρόκ τις αναδεικνύει, τους δίνει υπόσταση, τις εξυψώνει. Τα τοπία του Μπρέγκελ, δεν εξαίρουν το εσωτερικό κάποιας εκκλησιαστικής σκηνής ή κάποιας αριστοκρατικής οικίας, αλλά την καθημερινότητα και τις λαϊκές παραδόσεις, παρουσιάζοντας την παράδοξη ανθρώπινη πραγματικότητα. Η όπερα «Ορφέας» του Mondeverti, εγκαταλείπει τους δογματισμούς της σύνθεσης και χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά άμεση μουσική γλώσσα, συγκινεί και εγείρει τον συναισθηματισμό, μετατρέποντας μία πέρα για πέρα ελκυστική μουσική.

Το Μπαρόκ, άνθισε στις αρχές του 17ου αιώνα και παραχώρησε τη θέση του στο Ροκοκό στα μέσα του 18ου. Μέχρι τότε όμως, είχε καταφέρει να εξυψώσει την ανθρώπινη υπόσταση, μέσα από τα πάθη και τα συναισθήματά του. Προκάλεσε τον θεατή να συμμετάσχει, να ταυτιστεί, να αντιληφθεί την ψυχική ή συναισθηματική κατάσταση των απεικονιζόμενων. Μετέτρεψε τον άνθρωπο από μονάδα, σε μέρος του συνόλου, αποτυπώνοντάς το, σε όλες τις τέχνες.