Της Πωλίνας Μιχαήλ

Ένα χρόνο μετά την τουρκική εισβολή, μία ομάδα γυναικών της Κύπρου αποφάσισε να οργανωθεί ζητώντας το αυτονόητο: την απελευθέρωση και την επιστροφή στα σπίτια τους. Από το 1975 το νέο κίνημα ονομάστηκε «Οι Γυναίκες επιστρέφουν». Γυναίκες διαφόρων κοινωνικών τάξεων, ηλικιών, επαγγελμάτων και πολιτικών αποχρώσεων συγκεντρώθηκαν και δημιούργησαν μία ομάδα δυναμική που για αρκετά χρόνια έδινε το παρόν της εντατικά με μεγαλειώδεις πορείες εντός κι εκτός Κύπρου. Επικαλούμενες ότι είναι δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους αλλά και γενικότερα όλων των πολιτών να κινούνται ελεύθερα, ζώντας κατ’ επιθυμίαν και όχι όπου επιβάλλεται με όπλα, ξεκίνησαν τη δράση τους.Στις 19 Μαρτίου 1989 η κίνηση «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν» αποφάσισε να πορευθεί και πάλι προς τα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, σπάζοντας τον κλοιό της νεκρής ζώνης, διεθνοποιώντας την τουρκική κατοχή μέρους του νησιού και ζητώντας την απελευθέρωση του τόπου. 

Η πορεία προς την Άχνα

Η κίνηση αποφάσισε να χωριστεί σε δυο ομάδες, η πρώτη για την Άχνα και η δεύτερη για τα Λύμπια με τη κάθε μια να δρα στην αντίστοιχη περιοχή. Ανησυχώντας μήπως δεν κατάφερναν να υλοποιούσαν την πορεία στην Άχνα, σε περίπτωση που οι Βρετανοί των Βάσεων αρνούνταν την είσοδο στα λεωφορεία, μερικές γυναίκες μαζί με δημοσιογράφους ξεκίνησαν, το βράδυ της 18ης Μαρτίου, με δικά τους αυτοκίνητα για την περιοχή του Κάβο Γκρέκο στην Αγία Νάπα, και συγκεκριμένα στην περιοχή Φάρου. Το βράδυ διανυκτέρευσαν εκεί έχοντας μερικά κρεβατάκια θαλάσσης με ορισμένες εκ των γυναικών να είχαν καταφέρει να κοιμηθεί και άλλες όχι λόγω της αγωνίας για το εγχείρημα της επόμενης μέρας.

«Κύπρος – Οι Γυναίκες Επιστρέφουν». Πολιτική Αφίσα, 1996 / Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Το πρωί τα μέλη της ομάδας ξύπνησαν και επιβιβάστηκαν μέσα σε δυο λεωφορεία τα οποία δεν μπορούσε κάποιος που βρισκόταν έξω να δει ποιοι επέβαιναν και χωρίς να μιλά καμιά, σύμφωνα με τις οδηγίες,  μεταφέρθηκαν στο δρόμο της Άχνας και κατέβηκαν μέσα σ’ ένα πορτοκαλεώνα καθώς τα δέντρα θα τις κάλυπταν για να μην ήταν ορατές. Τότε οι γυναίκες έπρεπε να μάθουν αν τα λεωφορεία που κατευθύνονταν από τη Λευκωσία στην περιοχή κατάφεραν να ξεκινήσουν και να προχωρήσουν χωρίς να τα εμποδίσουν οι Βρετανοί. Η Νταϊάνα Μαρκίδου μέσω του ασυρμάτου έστειλε το συνωμοτικό ερώτημα «Γιώργο, είσαι καλά;» και έλαβε την απάντηση «Ναι, είμαι καλά» γεγονός που έδωσε το σύνθημα για να συνεχιστεί το σχέδιο. Κοίταξαν στο δρόμο για να βεβαιωθούν πως δεν ερχόταν κανείς και τότε προχώρησαν, συνάντησαν τις κοπέλες, τους δημοσιογράφους και τους ξένους παρατηρητές που έφτασαν μέσω λεωφορείων και προχώρησαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό κρατώντας άσπρες σημαίες.

Προχωρώντας, έφτασαν στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στην κατεχόμενη Άχνα, με αρκετές γυναίκες να έχουν μπει στο λεηλατημένο εσωτερικό της και να ψάλλουν τον Ακάθιστο Ύμνο υπό συγκινησιακή φόρτιση, ενώ άλλες έμειναν στην αυλή. Ξαφνικά έφτασε πλήθος Τούρκων στρατιωτών και αξιωματικών, με τους τελευταίους να είναι εκνευρισμένοι εν αντιθέσει με τους πρώτους που ήταν χαμογελαστοί. Όταν έφτασε η στιγμή  να λήξει η πορεία και να επιστρέψουν στη Λευκωσία, ο κόσμος άρχισε να επιβιβάζεται στα λεωφορεία ενώ οι γυναίκες της συντονιστικής επιτροπής έμειναν τελευταίες μέχρι να βεβαιωθούν ότι είχαν φύγει όλοι οι άλλοι. Τότε οι Τούρκοι άρχισαν να σπρώχνουν και να τραβούν τις τελευταίες γυναίκες προς τα μέσα με αποτέλεσμα οι περισσότερες να συλληφθούν μαζί με τον δημοσιογράφο Αντρέα Μανώλη. Τραβώντας τους, τους τοποθέτησαν σε λεωφορείο το οποίο ξεκίνησε για το Λήδρα Πάλας κάνοντας διαδρομή μέσα από τα κατεχόμενα χωριά.

Η πορεία στα Λύμπια

Τα υπόλοιπα μέλη της Κίνησης ξεκίνησαν για τα Λύμπια μαζί με γυναίκες από διάφορους χώρους και τους δημοσιογράφους να βρίσκονται σε ξεχωριστά λεωφορεία Έφτασαν στο σημείο που βρισκόταν ο λόφος με το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού,  μερικές βάδιζαν προς τα πάνω ανεβαίνοντας το λόφο, ενώ το υπόλοιπο τμήμα των συμμετεχουσών βάδιζε μέσω ενός χωματένιου δρόμου που υπήρχε έχοντας τον ίδιο προορισμό. Όταν ανέβηκαν πάνω αφίχθηκαν οι «αστυνομικοί» οι οποίοι έφεραν στα χέρια τους ρόπαλα, φώναζαν, έσπρωχναν και τραβούσαν τις γυναίκες στην προσπάθειά τους να τις εμποδίσουν να προχωρήσουν προς το εσωτερικό της εκκλησίας, ωστόσο δεν κατάφεραν να τις περιορίσουν αφού μερικές μπόρεσαν να φτάσουν στην αυλή του Τιμίου Σταυρού.

Τότε οι γυναίκες της συντονιστικής επιτροπής άρχισαν να φοβούνται επειδή η κατάσταση γινόταν εκρηκτική και υπήρχε πιθανότητα με τη συμπεριφορά των ψευδοαστυνομικών κάποια γυναίκα να σπρωχτεί και να τραυματιστεί, έτσι έπειτα από εντολή κάθισαν όλες κάτω. Την ίδια στιγμή δημιούργησαν αλυσίδα κρατώντας χέρι με χέρι και βάδιζαν προς τα πίσω για να εμποδίσουν τους Τούρκους να τις σπρώξουν προς τα κάτω. Ξαφνικά, έφτασαν και Τούρκοι στρατιώτες με μπλε μπερέ έριχναν γυναίκες κάτω από το λόφο και πετούσαν πέτρες τραυματίζοντάς τες. Οι ειρηνευτές που βρέθηκαν επίσης στο σημείο, δέχτηκαν και αυτοί ξυλοκοπήματα από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τους τελευταίους να σπρώχνουν τις γυναίκες από το ύψωμα. Παρόλο που οι γυναίκες με ειρηνικό και ήρεμο τρόπο εξηγούσαν στους «αστυνομικούς» και στους στρατιώτες ότι ήθελαν μόνο να εισέλθουν στην εκκλησία, τους πρόσφεραν κλαδιά ελιάς και ελευθέρωσαν δυο περιστέρια, εκείνοι συνέχιζαν να ασκούν βία με αποτέλεσμα όσες γυναίκες αντιστέκονταν να τις συλλάβουν. Όσες τραυματίστηκαν μεταφέρθηκαν χέρια-πόδια από τους Τούρκους και τις έριξαν μέσα σε πρόχωμα, πίσω από το εκκλησάκι, όπου βρίσκονταν ήδη όσες γυναίκες είχαν συλληφθεί. Την ώρα που γίνονταν οι συλλήψεις οι μη συλληφθείσες τραβούσαν τις υπόλοιπες γυναίκες προκειμένου να τις ελευθερώσουν· κάτι που δεν κατέστη εφικτό. Επίσης, άρχισαν να φωνάζουν στις υπόλοιπες που βρίσκονταν στο λόφο να κατέβουν κάτω, σε μια προσπάθειά τους να τις προστατεύσουν. Όση ώρα διεξάγονταν τα γεγονότα αυτά ένα τουρκικό ελικόπτερο του στρατού και άλλο ένα των Η.Ε. ίπταντο πάνω από τον λόφο.

Image result for οι γυναίκες επιστρέφουν

Η σύλληψη και η απελευθέρωση

Οι συλληφθείσες μεταφέρθηκαν σε μικρά αυτοκίνητα και ασθενοφόρα του ψευδοκράτους στα οποία πριν επιβιβαστούν οι Τούρκοι στρατιώτες χειροδικούσαν εναντίον τους. Ξεκίνησαν για το διπλανό χωριό, Λουρουτζίνα, όπου ενώθηκαν οι συλληφθείσες από τα Λύμπια με αυτές από την Άχνα σε άλλο λεωφορείο και απ’ εκεί μέσω της Μεσαορίας τις μετέφεραν στη Λευκωσία. Ήταν συνολικά πενήντα τρεις γυναίκες, τριάντα τρεις από την Άχνας και είκοσι από τα Λύμπια μαζί με δυο δημοσιογράφους. Εκεί τους φωτογράφισαν τους έκαναν ανάκριση με ερωτήσεις όπως γιατί διεξήγαγαν τις πορείες και αν είχαν καταλάβει πως παραβίασαν τα σύνορα της «ΤΔΒΚ», χωρίς να ασκήσουν όποια βία πάνω τους. Επιπλέον τους ζήτησαν να αναγνωρίσουν την «ΤΔΒΚ», κάτι που δεν έπραξε καμιά.

Μέλη της συντονιστικής επιτροπής της Κίνησης που δεν είχαν συλληφθεί προσπαθούσαν για την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Οι πρώτες δέκα γυναίκες απελευθερώθηκαν λίγο μετά τη σύλληψή τους και τα μεσάνυχτα αφέθηκαν ελεύθερες και οι υπόλοιπες οι οποίες μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο αρχηγείο της Αστυνομίας στο Στρόβολο.