Της Μαρίας Χριστοδούλου

Ο 20ος αιώνας στιγματίστηκε από έντονη πολεμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, με τον Α’ (1914-1918) και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945). Η Κύπρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης κυρίως, ως μικρή αποικία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας έπαιξε μείζονα ρόλο στις επιχειρήσεις των Συμμάχων, με εισφορές που δεν περιορίστηκαν σε ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και σε φυσικούς πόρους. Το αποτέλεσμα των δύο παγκοσμίων πολέμων ήταν να κακομεταχειριστούν τόσο τα δάση του νησιού, με αποτέλεσμα την άνθιση του μαύρου εμπορίου αλλά και της «αφαίμαξης» των δασών μας. 

Δάσος στον Κύκκο. Πηγή: J. V. Thirgood, Cyprus. A Chronicle of its Forests, Land and People (Vancouver, 1987)

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Στο ξεκίνημα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, οι ανάγκες υλοτομείας ήταν αυξημένες και τα δάση της Κύπρου υπήρξαν πρωταγωνιστικός παράγοντας εφοδιασμού για τις ανάγκες του πολέμου. Τα δάση της Κύπρου συνέβαλαν στη συμμαχική προσπάθεια, κυρίως προμηθεύοντας με ξυλεία και καύσιμα τους συμμάχους σε Αίγυπτο και Παλαιστίνη. Στις 21 Μαρτίου 1916 έλαβε χώρα η μεγαλύτερη εξαγωγή ξυλείας κατά τον Πόλεμο, όπου 2000 τόνοι ξυλείας μεταφέρθηκαν στο Πορτ Σαΐντ στην Αίγυπτο. Μάλιστα, πέρα από τον εφοδιασμό σε ξύλα, η Κύπρος εφοδίασε τον πόλεμο και με ζωά με αποτέλεσμα να απαγορευτεί με διάταγμα η σφαγή αρσενικών κατσίκων (τράγων) σε περίπτωση που χρειάζονταν στον πόλεμο, δύο χρόνια πριν τη λήξη του.

Η κατάσταση όμως αυτή προκάλεσε την ανησυχία του τότε Βρετανού Κυβερνήτη της Κύπρου, ο οποίος δεν άργησε να εκφράσει τις έντονες ανησυχίες του για την αυξημένη υλοτομία του νησιού. Έτσι, μαζί με τον Γραμματέα των Αποικιών στη Βρετανία, αποφάσισαν να σταματήσουν τον εφοδιασμό ξυλείας από την Κύπρο, παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν αναγκαία. Παρόλα αυτά, ο τότε Συντηρητής των Δασών Bovill υποστήριξε ότι τα δάση της Κύπρου «μπορούν να αντέξουν την κατάσταση» και επιμένει τόσο μέχρι που τελικά πείθει και τον Κυβερνήτη, οποίος αποσύροντας τις έντονες ανησυχίες του, συμφωνεί και δίδει το πράσινο φως για περεταίρω υλοτομία.

Μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου 1/6 των δασών της Κύπρου, δηλαδή περίπου 400000 κυβικά πόδια ξυλείας, έχει αποψιλωθεί.

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η κατάσταση όμως δεν έλαβε τέλος στη λήξη του Α’Π.Π., αφού η Κύπρος προμήθευσε με ξυλεία και τον Β’ Π.Π. Από το 1940 μέχρι το 1943 η Κύπρος ήταν η μόνη πηγή προμήθειας μεγάλων ποσοτήτων ξυλείας για τα στρατεύματα της Νοτίου Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής. Έχοντας στις πλάτες του την εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε το Τμήμα Δασών πιο προετοιμασμένο απ’ ότι στις αρχές του αιώνα. Ένα χρόνο πριν την έναρξη του πολέμου, και αφού είχε γίνει πλέον κατανοητό ότι η Κύπρος θα καλείτο και πάλι να προσφέρει την ξυλεία της στον αγώνα, τέθηκε σε εφαρμογή ένα εκτενές πρόγραμμα κατασκευής δρόμων, ούτως ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές για τη μεταφορά της. Κατασκευάστηκαν νέοι δασικοί δρόμοι για μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ξυλείας, ενώ συντηρήθηκαν υπαρκτοί δρόμοι και γεφύρια. Από το Σεπτέμβρη του 1939 οι πιο παραγωγικές εκτάσεις ανοίχτηκαν και ήταν έτοιμες για αποψίλωση.

Εργάτες κατασκευάζουν δρόμους στα βουνά, ˜ τέλη δεκαετίας ’40 Πηγή: J. V. Thirgood, Cyprus. A Chronicle of its Forests, Land and People (Vancouver, 1987)

Αποκλειστικά χώρα εξαγωγής ξυλείας

Στην αρχή του πολέμου τα ξυλαποθέματα μεταποιημένης/επεξεργασμένης ξυλείας ήταν σχεδόν σε φυσιολογικά επίπεδα. Μερικές φορές εισήγαγαν ξυλεία από τις βαλκανικές χώρες, αλλά με τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο τον Ιούνιο του 1940, ήταν απίθανες άλλες εισαγωγές. Από τότε και μέχρι το 1943 η Κύπρος ήταν αποκλειστικά η μόνη χώρα εξαγωγής ξυλείας.  Οι εξαγωγές ξεκίνησαν το Γενάρη του 1940 και συνεχίστηκαν στο μέγιστο βαθμό το 1940, 1941 και 1942.

Όταν το 1940 άρχισαν αεροπορικές επιδρομές, χρειάστηκαν και πάλι αποθέματα ξυλεία για να κατασκευάσουν καταφύγια και χαρακώματα. Το καλοκαίρι του 1941 το νησί εγκατέστησε φρουρά και ανέλαβε αμυντικά σχέδια, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ζήτηση ξύλων αλλά και καυσόξυλων. Οι ανάγκες συνεχίστηκαν και το 1942 και το 1943, ενώ αυξάνονταν όσο αυξανόταν και η φρουρά.

Προμήθεια ξυλείας για σπίρτα

Παρόλη τη ζήτηση ωστόσο, δεν επιτρεπόταν να εξαχθούν καυσόξυλα και ξυλάνθρακας, αφού το νησί εξαρτιόταν από αυτά.Όταν η βιομηχανία σπίρτων της Μέσης Ανατολής απειλείτο να κλείσει, η Κύπρος, μετά από αίτημα του Κέντρου Προμηθειών της Μέσης Ανατολής, υποχρεώθηκε να παρέχει ξυλεία για σπίρτα, πρώτα στην Παλαιστίνη και μετά στην Αίγυπτο. Αυτή η ζήτηση στοίχισε στην Κύπρο τις λεύκες, τους πλατάνους και τις κλήθρες της.

Την ίδια στιγμή υπήρχε ζήτηση φλοιού πεύκου για σκοπούς ταννίνης στις ηπειρωτικές χώρες λόγω διακοπής του εφοδιασμού. Σημαντικές παροχές στάλθηκαν από την Κύπρο και πάλι.

Την άνοιξη του 1944 υπήρξε άμεση ανάγκη ξυλείας για 200 κατάρτια μεγάλων γαλέτων, μήκους 70 ποδιών, με αποτέλεσμα να υλοτομηθούν τα πιο αναπτυγμένα πευκοδάση του Τρόοδους.

Ο Οργανισμός Ελέγχου Ξυλείας και η μαύρη αγορά

Το 1942 συστάθηκε ο ειδικός οργανισμός Ελέγχου Ξυλείας για τον έλεγχο όλων των προμηθειών ξυλείας στο νησί. Υπό τους Κανονισμών Ελέγχου Ξυλείας, δεν μπορούσαν να διεξαχθούν υλοτομίες ή μεταφορές ιδιωτικής ξυλείας, χωρίς άδεια, ούτε να πουληθεί ή να χρησιμοποιηθεί ξυλεία χωρίς άδεια και όλα τα αποθέματα έπρεπε τακτικά να δηλώνονται από αυτούς που τα κατείχαν. Με αυτό τον τρόπο θεωρήθηκε ότι θα ελέγχονταν καλύτερα οι προμήθειες ξυλείας και οι τιμές, ενώ ταυτόχρονα θα περιοριζόταν η μαύρη αγορά ξυλείας, η οποία είχε ανθίσει.

Παρόλα αυτά υπάρχουν αναφορές για άνθιση της μαύρης αγοράς. Ο πόλεμος ήταν δώρο για τους υλοτόμους, αφού η δουλειά τους ήταν εγγυημένη. Η παράνομη υλοτομία και πώληση ξυλείας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο απέφερε αρκετά λεφτά για να ζουν τις οικογένειες τους. Συγκεκριμένη μαρτυρία αναφέρει ότι υπήρχαν και περιπτώσεις όπου οι αρμόδιοι δασικοί λειτουργοί ήξεραν, αλλά λόγω της δύσκολης κατάστασης που επικρατούσε δεν ασκήθηκαν οι οποιεσδήποτε διώξεις.

R. R. Waterer, Συντηρητής Δασών κατά την περίοδο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου Πηγή: J. V. Thirgood, Cyprus. A Chronicle of its Forests, Land and People (Vancouver, 1987)

Η Κύπρος λύγισε

Το 1943 έπρεπε να γίνει εξαγωγή της τελευταίας εναπομείνασας εισαγμένης ξυλείας και των ξυλαποθεμάτων του νησιού. Έπειτα, θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες από τους πόρους της Κύπρου. Τότε απεστάλη αίτημα στο Γραφείο Αποικιών στο Λονδίνο για να αποφορτιστεί η Κύπρος από τις πιέσεις, ώστε να σωθούν οι δασικές πηγές. Από το 1943 σταμάτησε η εξαγωγή ξυλείας και ο στρατός του νησιού έκανε διευθετήσεις για να καλύψει τις ανάγκες του από τα ξυλαποθέματα άλλων χωρών, που δεν κινδύνευαν πια από εχθρική εισβολή.

Ό,τι απέμεινε από δάσος στις Νότιες πλαγιές της Βόρειας οροσειράς, 1955 Πηγή: J. V. Thirgood, Cyprus. A Chronicle of its Forests, Land and People (Vancouver, 1987)

Μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους τα δάση της Κύπρου είναι από τα λίγα εναπομείναντα της Μέσης Ανατολή.