Στις 2 Σεπτεμβρίου 1958, πραγματοποιήθηκε μία από τις πιο επικές μάχες της ΕΟΚΑ, στον Αχυρώνα του Λιοπετρίου. Η μάχη που έμεινε γνωστή ως «σκυταλοδρομία θανάτου» στέρησε τη ζωή από τέσσερις αγωνιστές της οργάνωσης: Ανδρέα Κάρυο, Ηλία Παπακυριακού, Φώτη Πίττα και Χρίστο Σαμαρά.

Το αγγλικό μπλόκο και η μάχη στον αχυρώνα

Από το βράδυ της 3ης Αυγούστου, οι αγωνιστές είχαν πάει στο Λιοπέτρι για να εκπαιδεύσουν νέα μέλη στον ανταρτοπόλεμο. Ειδικότητά τους οι ενέδρες. Την επόμενη ημέρα όμως, εμφανίστηκαν στο Λιοπέτρι βρετανικά τζιπ. Οι αποικιοκράτες έψαχναν τους καταζητούμενους αγωνιστές. Οι τέσσερις άντρες προσπάθησαν να διαφύγουν από το χωριό, όμως δεν τα κατάφεραν αφού έπεσαν πάνω σε Άγγλους και στην προσπάθειά τους να σπάσουν τον κλοιό με το αυτοκίνητο άρχισαν να ανταλλάσσουν πυροβολισμούς. Όμως και πάλι δεν τα κατάφεραν. Έτσι αποφάσισαν να επιστρέψουν στο χωριό όπου και κατέφυγαν στον αχυρώνα του Παναγιώτη Καλλή.

Ο αχυρώνας του Λιοπετρίου. «Η σκυταλοδρομία θανάτου στο νέο χάνι της Γραβιάς»

Σε λίγο ήχησαν από τα μεγάφωνα του χωριού τα νέα του αποκλεισμού. Κανείς κάτοικος δεν επιτρεπόταν να βγει από το σπίτι του ή να κυκλοφορήσει στους δρόμους εκτός των Βρετανών. Αντιλαμβανόμενοι πως ο αχυρώνας δεν θα γλίτωνε από τις έρευνες, οι αντάρτες έριξαν μπαχαρικά μέσα στα άχυρα για να αποπροσανατολίσουν τα σκυλιά των Άγγλων. Αρχικά τα κατάφεραν αφού οι πρώτες έρευνές τους απέβησαν άκαρπες.

Πεισμωμένοι όμως οι Βρετανοί δεν εγκατέλειψαν το χωριό. Διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι σε συρματόφραχτους χώρους, όπου θα γίνονταν ανακρίσεις. Δεν κατάφεραν όμως να αποσπάσουν πληροφορίες. Για αυτό έστειλαν τους κατοίκους πίσω στα σπίτια τους. Όχι όμως όλους. Διέταξαν τότε τον Καλλή και τη σύζυγό του να τους υποδείξουν που κρύβονταν οι αγωνιστές. Παρά τα βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Βρετανούς το ζευγάρι δεν μίλησε. Τότε οι στρατιώτες διέταξαν τους αγωνιστές να παραδοθούν, όπου και αν βρίσκονται, αλλά δεν έλαβαν καμία απάντηση.

Οι τέσσερις αγωνιστές: Σαμαράς Χρίστος, Παπακυριακού Ηλίας, Πίττας Φώτης και Κάρυος Ανδρέας. Για τη γενναιότητά τους και τη δράση τους στον αγώνα, ο αρχηγός της οργάνωσης Γεώργιος Γριβας έγραψε: «Είναι πολύ δύσκολον εις εμέ να ξεχωρίσω μεταξύ των τεσσάρων αυτών παλληκαριών ποιος ήταν ο γενναίος των γενναίων, διότι και οι τέσσαρες συνηγωνίσθησαν την στιγμήν εκείνην ποιος θα πέθαινε γενναιότερα»

«Αν θέλετε τη ζωή σας, παραδοθείτε»

Οι Βρετανοί τελικά τους εντόπισαν και χρησιμοποιώντας έναν ελληνόφωνο δεκανέα, τους προειδοποίησαν ότι για να ζήσουν έπρεπε να βγουν άοπλοι από τον αχυρώνα. Όμως και πάλι δεν έλαβαν καμία απάντηση. Μία ομάδα στρατιωτών επιχείρησε να πλησιάσει τον αχυρώνα, όταν δέχτηκαν τις σφαίρες των αγωνιστών. Ακολούθησε ένα πραγματικό πανδαιμόνιο.

Οι Βρετανοί ζήτησαν ενισχύσεις, ενώ ένα ελικόπτερο πετούσε πάνω από το χωριό. Φωνές, κραυγές, ουρλιαχτά, πυροβολισμοί, ρίψη χειροβομβίδων ανταλλάζονταν για αρκετή ώρα. Πολλοί Βρετανοί στρατιώτες τραυματίστηκαν, ενώ δύο από τους αγωνιστές φονεύθηκαν.Τότε ένας στρατιώτης ανέβηκε στην οροφή και περιέλουσε τον αχυρώνα με βενζίνη και φλεγόμενα ρούχα, τα οποία όμως έσβησαν. Στη συνέχεια ανέλαβε δράση το ελικόπτερο ρίχνοντας δύο εμπρηστικές βόμβες. Ο αχυρώνας φούντωσε. Οι δύο τελευταίοι αγωνιστές όρμησαν έξω και πυροβολήθηκαν θανάσιμα από τους Βρετανούς στρατιώτες.

Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας έγραψε για τους νεκρούς που είχαν οι Άγγλοι:

«Εις το Λιοπέτρι αι απώλειαι των Άγγλων πρέπει να είναι πολύ σοβαραί. Έλλην αστυνομικός είδε 7 νεκρούς και αρκετούς τραυματίας. Ο Ταξίαρχος έκλαιεν απροκάλυπτα μόλις αντίκρυσε την σκηνήν, ο δε αστυνόμος Βαρωσίων αφιχθείς εκεί, επυροβόλησε με το πιστόλι του τα πτώματα των νεκρών από την λύσαν του. Ο Αχυρώνας έγινε τόπος προσκυνήματος και οι αγωνιστές σύμβολα της ελευθερίας, καθώς συγκίνησαν με τη θυσία τους όχι μόνο τον ελληνισμό αλλά την παγκόσμια κοινή γνώμη, που αναγνώρισε και τίμησε την αυτοθυσία τους».