30 Δεκεμβρίου 1957. Σε ένα χωράφι ο Νικολής Λοϊζου βόσκει τα πρόβατά του. Είναι 65 ετών, βοσκός στο επάγγελμα και κουφός. Κάποια στιγμή εμφανίζονται δύο βρετανοί στρατιώτες και του φωνάζουν. Όμως αυτός δεν μπορεί να τους ακούσει. Οι στρατιώτες σηκώνουν τα όπλα, σημαδεύουν και τον πυροβολούν.

Την ίδια στιγμή η είδηση κυκλοφόρησε:

«Eξηνταπεντάχρονος Eλληνοκύπριος βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου, τραυματίστηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας ενωρίς το πρωί σήμερα. Tον κάλεσαν δυο φορές να σταματήσει κι όταν δεν ανταποκρίθηκε στη διαταγή, ο στρατός τον πυροβόλησε. Σε κατοπινή εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο απεδείχθη ότι ήταν κουφός».

Ο Νικολής Λοϊζου, δολοφονήθηκε άδικα πληρώνοντας το τίμημα της σωματικής του αναπηρίας.

Patricia Beer.

Το περιστατικό ενέπνευσε την αγγλίδα ποιήτρια Patricia Beer η οποία κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της στο νησί, έμαθε την τραγική είδηση. Συγκινήθηκε, εμπνεύστηκε και έγραψε το ποίημα «Πέμπτη Αίσθηση» εξιστορώντας τη σκηνή.

Τριάντα χρόνια αργότερα και αφού η αποικιοκρατία τελείωσε στην Κύπρο, το παρουσίασε σε κάποιες ηλικιωμένες Αγγλίδες.

Η κριτική τους ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία: «Δεν υπάρχει τίποτα καλό στο ποίημα πέρα από την καταγραφή της είδησης».

Lamps burn all night

Here, where people must be watched and seen,

And I, a shepherd, Nicolis Loizou,

Wish for the dark, for I have been

Sure-footed in the dark, but now my sight

Stumbles among these beds, scattered white boulders,

As I lean towards my far slumbering house

With the night slumbering upon my shoulders.

My sight was always good,

Better than others, I could taste wine and bread

And name the field they spattered when the harvest

Broke, I could coil in the red

Scent of the fox out of a maze of wood

And grass. I could touch mist. I could touch breath.

But of my sharp senses I had only four.

The fifth one pinned me to my death.

The soldiers must have called

The word they needed: Halt. Not hearing it,

I was their failure, relaxed against the winter

Sky, the flag of their defeat.

With their five senses they could not have told

That I lacked one, and so they had to shoot.

They would fire at a rainbow if it had

A colour less than they were taught.

Christ said that when one sheep

Was lost, the rest meant nothing any more.

Here in this hospital, where others’ breathing

Swings like a lantern in the polished floor

And squeezes those who cannot sleep,

I see how precious each thing is, how dear,

For I may never touch, smell, taste or see

Again, because I could not hear.

(From, Collected Poems by Patricia Beer, published by Carcanet Press Limited in 1998)

Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε εκείνο το απόγευμα, τι και γιατί προκάλεσε το μένος των κυριών που άκουσαν το ποίημα.