Της Ιλιάνας Κουλαφέτη
Στις 19 Μαρτίου 1885 (κατ’ άλλους 1η Απριλίου), γεννήθηκε στην Αίγυπτο, με το όνομα Κλέων Τρανταφύλλου. Γόνος αστικής ευκατάστατης οικογένειας, ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου ήταν πλούσιος βαμβακοπαραγωγός ενώ η μητέρα του Εριθέλγη, ήταν Κυθήρια, κόρη του Κυθήριου ριζοσπάστη βουλευτή Δημήτριου Ραπτάκη και της Κλεοπάτρας Κορωναίου αδελφής του στρατηγού Πάνου Κορωναίου.
Ο Αττίκ άρχισε να ξεδιπλώνει από μικρός το μουσικό του ταλέντο. Με το πέρας των σπουδών του στα νομικά, πήγε με τον αδελφό του στο Παρίσι προκειμένου να σπουδάσουν πολιτικές επιστήμες και να ακολουθήσουν μία λαμπρή διπλωματική καριέρα. Αντ’ αυτού όμως, οι δύο νέοι γράφτηκαν στο Conservatoire de Paris. Ο Αττίκ άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία ερμήνευε μπροστά στο παριζιάνικο κοινό του. Όμως η οικογένειά του άρχισε να αντιμετωπίζει φοβερά οικονομικά προβλήματα και έτσι αποφάσισε να επιστρέψει κοντά τους.

Ζητάτε να σας πω

Αθήνα του ’30. Ένα βράδυ στη Μάντρα του Αττίκ, μπήκε η πρώην σύζυγός του Μαρίκα Φιλιππίδου με τον νέο της σύντροφο, Σταμάτη Μερκούρη (αργότερα πατέρα της Μελίνας Μερκούρη). Τότε, οι θαμώνες αναγνωρίζοντάς την ξεκίνησαν τα πειράγματα προς τον Αττίκ. Σχεδόν ρυθμικά ξεκίνησαν να του ζητάνε το «Είδα μάτια», ένα υπέροχο βαλσάκι που είχε γράψει ο ίδιος όταν γνώρισε την Μαρίκα, με την οποία ήταν πολύ ερωτευμένος.
Αναστατωμένος ο Αττίκ, με βουρκωμένα μάτια, σηκώθηκε από το πιάνο, ζήτησε συγγνώμη πνιχτά και κατευθύνθηκε προς τα καμαρίνια του
Η αίθουσα πάγωσε και επικράτησε αμηχανία. Κανείς δεν ήξερε τι είχε προκαλέσει και τι θα ακολουθούσε. Ωστόσο, όλοι περιμέναν την επιστροφή του Αττίκ. Μετά από δέκα λεπτά, ο Αττίκ επέστρεψε στην αίθουσα. Πλησίασε το πιάνο και άρχιζε να τους λέει «Ζητάτε να σας πω, τον πρώτο μου σκοπό, τα περασμένα μου γινάτια, ζητάτε «είδα μάτια», με σκίζετε κομμάτια…», συνεχίζοντας το μελαγχολικό τραγούδι που είχε γράψει στα μόλις δέκα λεπτά απουσίας του. Στην τελευταία νότα, σήκωσε το κεφάλι περήφανος και κοίταξε το κοινό του. Με ένα νεύμα αποχώρησε και δεν ξαναγβήκε εκείνο το βράδυ. Τα μεγάλα γαλανά μάτια της Μαρίκας, δακρυσμένα, αποχώρησαν από τη Μάντρα.

Άστατος σαν Νέρωνας

Τον κατηγόρησαν για άστατο με το άλλο φύλο. Μα δεν ήταν επιπόλαια άστατος. Δεν ήταν ακριβώς άστατος. Ηταν ένα είδος Νέρωνα που θα ήθελε να ήταν όλες οι γυναίκες μία και μόνο, για να τους δώσει ή να τους πάρει – το ίδιο κάνει – την καρδιά. Ακατάλληλος για σύζυγος, ήταν ο ιδανικός εραστής (…). Ενας “τέλειος ιππότης στον καιρό μας (…)”
Αυτά ήταν τα λόγια της Δανάης Στρατηγοπούλου, που ήταν γνωστή ως αηδόνι και μούσα του Αττίκ και συνεργάστηκε μαζί του. Ο Αττίκ παντρεύτηκε τρεις φορές και αγάπησε και τις τρεις του γυναίκες παράφορα.
Η πρώτη εκλεκτή της καρδιάς του υπήρξε η Μαρί-Ελέν, το 1909, η οποίας όμως πέθανε έξι μήνες μετά τον γάμο τους, μετά τον θάνατο του μοναδικού γιου του Αττίκ σε ηλικία ενός έτους. Αργότερα, γνώρισε την Μαρίκα Φιλιππίδου. Μία εντυπωσιακή και όμορφη ποιήτρια και ηθοποιό, της οποίας τα μεγάλα μπλε μάτια έκλεψαν την καρδιά του Αττίκ. Τον χώρισε όμως το 1914 για να παντρευτεί τον Σταμάτη Μερκούρη. Μετά από αυτόν του τον χωρισμό, βρήκε παρηγοριά στην ρωσίδα καλλιτέχνιδα Σούρα.

Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία: η Μάντρα

Στην Αθήνα ο Αττίκ αποφάσισε να καινοτομήσει. Με «πολλές σανίδες και αρκετή πρωτοπορία» όπως ο ίδιος δήλωσε, δημιούργησε τη Μάντρα: ένα αυτοσχέδιο θεατράκι στο οποίο συγκέντρωσε καλλιτέχνες, μίμους, ηθοποιούς και μουσικούς και έδιξνε παραστάσεις ψυχαγωγώντας την αστική τάξη των Αθηνών. Το 1938, η Μάντρα εγκαταστάθηκε στην ταβέρνα Μονμάρτη στη συμβολή των Οδών Αχαρνών και Ηπείρου. Για μια ολόκληρη δεκαετία η Μάντρα του Αττίκ αποτελούσε τον ναό του. Ήταν ένα πρωτοποριακό δημιούργημα, μία παριζιάνικη νότα στην Αττική.
Για μια ολόκληρη δεκαετία η Μάντρα του Αττίκ αποτελούσε τον ναό του. Ήταν ένα πρωτοποριακό δημιούργημα, μία παριζιάνικη νότα στην Αττική.

Πρωταγωνίστησε σε ταινία του Τζαβέλλα και λίγο μετά αυτοκτόνησε με μεγάλη δόση υπνωτικών

Τα χειροκροτήματα του Τζαβέλλα

Το 1944, ο σκηνοθέτης Γιώργος Τζαβέλλας γύρισε την ταινία «Χειροκροτήματα» με πρωταγωνιστή τον Αττίκ. Η ταινία, είναι σχεδόν βιογραφική και περιγράφει πως ο Άλφα, που είναι ερωτευμένος με τη Νόρα κάνει τα πάντα για να την αναδείξει σε πρώτο όνομα στο θέατρο.
Το απίστευτο με την ταινία είναι πως πέρα από την εκπληκτική ομοιότητα που παρουσίασε με την μεταγενέστερη «Τα φώτα της ράμπας» του Τσάρλι Τσάπλιν, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε μία νύχτα λόγω οικονομίας στο ρεύμα και χωρίς εξωτερικά πλάνα. Ο μεγάλος Αττίκ όμως, φαινόταν κουρασμένος και μελοδραματικός από τις κακουχίες της κατοχής.

Τα τραγικά υπνωτικά

Στις 19 Αυγούστου 1944, μετά τη μοναδική του εμφάνιση στον κινηματογράφο, αυτοκτόνησε με υπερβολική δόση υπνωτικών. Κάποιοι λένε πως αυτό συνέβη μετά από τον ξυλοδαρμό του από έναν Γερμανό στρατιώτη.