Η κυπριακή Λαμπρή, φημίζεται για τα παραδοσιακά παιχνίδια που πραγματοποιούνται και σε αυτά παίρνουν μέρος μικροί και μεγάλοι. Σακουλοδρομίες, αυγοδρομίες, σούσες είναι μερικά από τα πιο γνωστά. Υπάρχει και ένα όμως, που πέρα από ένα απλό παιχνίδι, αποτελούσε για πολλές δεκαετίες, σύμβολο δύναμης και παλληκαριάς. Το «Διτζίμιν».

Πασχαλινή άρση βαρών

Ήταν ένας βαρύς ογκόλιθος από πέτρα ή βράχο ή τμήμα μίας αρχαίας κολώνας με διαστάσεις που να χωράνε σε μία αντρική αγκαλιά. Το διτζίμιν, μπορούσε να φτάσει τις 120 οκκάδες. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού καλούνταν τα παλληκάρκα του χωριού να τον σηκώσουν. Σε κάποιες περιπτώσεις οι κανόνες όριζαν πως έπρεπε αφού το σηκώσουν να ξεκινήσουν το περπάτημα και νικητής ήταν αυτός που θα έκανε τα περισσότερα βήματα. Σε μία άλλη παραλλαγή, ο παίκτης έπρεπε απλά να το σηκώσει ψηλά και νικητής θεωρείτο όποιος το σήκωνε ψηλότερα.
Μάλιστα, κάποιοι έκαναν επίδειξη υπερβολικής δύναμης, όχι απλά το σήκωναν αλλά το έριχναν και πίσω από τον ώμο τους. Από αυτήν την κίνηση προήλθε και η έκφραση «έσυρεν το του ώμου του», που σημαίνει πως κάποιος ευτέλισε μία κατάσταση που μέχρι τότε θεωρείτο αρκετά σπουδαία και δύσκολη.

Βυζαντινό έθιμο

Η ονομασία του παιχνιδιού προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «δοκίμιο» και εντοπίζεται στη Βυζαντινή Εποχή ενώ συνδέεται και με το ολυμπιακό αγώνισμα της άρσης βαρών. Ο νικητής του παιχνιδιού, γινόταν στα μάτια του λαού το απόλυτο σύμβολο δύναμης και παλληκαριάς και η παράδοση τον συνέδεε με τον Διγενή Ακρίτα, ενώ επίσης υπάρχει και ένα ποίημα που εντοπίζεται στην περίοδο των ακριτικών τραγουδιών.
Έμπα μέρα τζι έβκα μέρα ήρτεν τζιαί μια γιοτρούλλα,
τζι εξέβηκεν τζιαί το μωρόν έξω να δκιατζινήσει,
ηύρεν τζιαί τους Σαρατζηνούς,
διτζίμια τζι εσηκώνναν άλλος σηκώννει πιθαμήν,
τζι άλλος σηκώννει πήχην,
τέλεια τους ο καλύτερος στα στήθη του αθρώπου ετάνησεν τζιαί το μωρόν,
με το μιτσίν δαχτύλιν τζιαί πίσω του το πέταξεν, τζι επήεν έναν μίλιν.
Φυσικά ο νικητής γοήτευε και τα κοριτσόπουλα αφού γινόταν το πρόσωπο της ημέρας.

Το λιβανέζικο διτζίμιν

Το έθιμο συναντάται και στο Λίβανο, με την ονομασία μαχρατζιάν και πολλές φορές επρόκειτο για ένα μαρμάρινο γουδί (το κυπριακό κτιν) το οποίο ζύγιζε γύρω στα 75 κιλά. Όπως και στην Κύπρο έτσι και στο Λίβανο, το παιχνίδι ήταν εθιμο της Δευτέρας του Πάσχα, ενώ πολύ πιο παλιά οι άντρες δοκίμαζαν τη δύναμή τους και σε γάμους. Συνήθως, τοποθετούσαν το διτζίμιν δίπλα από την είσοδο της εκκλησίας τη Δευτέρα του Πάσχα για να είναι έτοιμη προς μετακίνηση αφού εκείνη τη μέρα γίνονταν όλα τα παραδοσιακά παιχνίδια. Ένας ένας οι άντρες του χωριού, εμφανίζονταν για να αποδείξουν τη λεβεντιά τους.

Οι θρύλοι 

Πολλοί άντρες όχι μόνο κατάφεραν να αποδείξουν τη σωματική δύναμή τους, αλλά δημιούργησαν θρύλους γύρω από το όνομά τους, τραγούδια και ιστορίες. Ένας από αυτούς, ήταν ο Γιώργος Κοκοτής άλλως Βούρουνος, από τους Τρούλλους της Λάρνακας, ο οποίος για μία δεκαετία, από το 1910-1920, ήταν ο νικητής του παιχνιδιού και κανείς δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει. Η οικογένεια των Βούρουνων, χαρακτηριζόταν από τη σωματική δύναμη την οποία όμως ποτέ δεν χρησιμοποιούσε άσκοπα.