Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Είναι δεν είναι 11:00 το πρωί, στο κατακαλόκαιρο της κυπριακής πρωτεύουσας κι έχουμε πάρει τα στενά. Αν και στην πραγματικότητα προορισμός μας είναι το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου και η επίσκεψή μας στην έκθεσή του «1940 | Πρόσωπα και Εικόνες. Κύπρος – Ελλάδα», το μάτι μας πέφτει σε μία διαφορετική πόρτα, γεμάτη ρητά και την επιγραφή «Αχιλλέας: Θεραπευτής Υποδημάτων».

Κοντοστεκόμαστε κι ακούμε γλυκιά μελωδία από αυλό ή «πιθκιαύλι» αν θέλετε, να μας καλεί να κάνουμε το βήμα. Και μια ευγενική φιγούρα σταματά για να μας καλωσορίσει.

«Καλώς ορίσατε, ελάτε, κάτσετε, τι κάμνετε;». Είναι ο κύριος Αχιλλέας, ο Πωμιώτης υποδηματοποιός που έχει γλυκάνει τη Λευκωσία όλη με τις ιστορίες του, το χαμόγελό του και τα τραταρίσματά του.

Περίχαρος καθώς είναι, αρχίζει να αφηγείται ιστορίες. Μιλά για τέχνες, για πιθκιαυλι, για την πρωτεύουσα των εθνών, τον Πωμό, και κάθε τρεις και λίγο κάνει παύση για να μας τρατάρει παστέλι και σουσιούκκο.

«Εγιώ είμαι που την Πρωτεύουσα των Εθνών, τον Πωμό. Γιατί τον λαλώ έτσι; Γιατί ο Πωμός ήταν το πρώτο χωριό που είχε λεφτά δικά του κύριε μου. Πιστοποιημένα επήαν στο μουσείο. Ο Πωμός είναι η Πρωτεύουσα των Εθνών», αρχίζει την αφήγησή του γεμάτος κέφι, και σαφώς κάνει παύση για να φάμε κι άλλο παστέλι.

Τον ρωτάω γιατί υποδηματοποιός, και χωρίς δεύτερη σκέψη πιάνει να μου αφηγείται τη φιλοσοφία του.

«Όταν με ρώτησε ο πατέρας μου τι θέλω να κάμω για δουλειά, εγιώ εσκέφτηκα “αφού είμαστε ούλλοι ξυπόλητοι, εν να πάω να μάθω να κάμνω παπούτσια. Αφούς είμαστι ούλλοι ξυπόλυτοι εν να έσσιει δουλειά πολλή!”. Όταν ετέλειωσα το σχολείο το ’46, η αδελφή μου και ο γαμπρός μου ήρτασιν στον Άη Δεμέτη. Το στέκι των Πωμιωτών ήταν ο Άης Δεμέτη, δαμέ έρκουνταν ούλλοι τους για να βρουν δουλειά. Τζιαι για να καταφέρεις να ‘ρτεις δα ‘πανω έπρεπε να πουλήσεις για σσοιρούθκια για αθάσια. Ήρταμεν στον Άη Δεμέτη, ήταν το στέκκι των Πωμιωτών είπαμε, την πρώτη νύχτα εππέσαμε σε μια μάντρα, 40 άτομα! Τζι εμένα που με είδαν έτσι μιτσή, εβάλαν με μαζί με κοπελούες, να μεν πέσει κανείς μιάλος δίπλα τους. Ο προορισμός μας ήταν από το χωρκό μας εις τον Άη Δεμέτη τζιαι τζιαμέ κάποιον εν να έβρισκες με συγγένεια τζιαι εν να έβρισκες βοήθεια, τζιαι δωμάτιο τζιαι δουλειά. Εγώ ας πούμε ήβρα τον Κωστή Νεάρχου ήταν λλίο μιαλύττερος μου. Ήταν παπουτσής τζιαι επήαινεν που τον Άη Δεμέτη στην Ομορφίτα, τζιαι επήαιννα μαζί του 5-6 μήνες. Τότε θυμούμαι εκτίζετουν το Λήδρα – Πάλας τζιαι πιο κάτω ήταν το εργοστάσιο τσιάρων “Διανέλλος και Βεργόπουλος”. Επαιρνούσαμεν τη γραμμή του τραίνου, εκατεβαίναμε προς το Δημαρχείο τζιαι εβρεθούμασταν στην Ομορφίτα. Επηαίνναμεν που λαλείς εμείς για δουλειά τζι εν επιερωνόμαστον. Τζι ήβραμεν έναν που τες συντεχνίες τζιαι λαλεί “εν να αφήκει τα παιθκιά να τα εκμεταλλεύκεται;”. Έτσι είδεν, τζι είπεν του μακαρίτη του Κώστα “εν γίνεται!”. Τζι έπιαεν τζι έφερεν μας στην Κυπριακή Εταιρεία. Όταν ήρταμεν είσσιεν Τσαγγαροδευτέρα, τζιαι έπιανα 17 σελίνια την εφτομάδα! Ήταν καλός ππαράς!».

Αεικίνητος, παρά το εμφανές της ηλικίας του, που θα εμπόδιζε τους συνομήλικούς του, μιλάει γρήγορα και μεταφέρεται από τη μία άκρη του μαγαζιού στην άλλη για να μας διδάξει τα πάντα γύρω από την τέχνη της υποδηματοποιίας. Και συνεχίζει ακάθεκτος:

«Τζι επειδή ήμουν έτσι γλήορος αγαπήσαν με τζιαμέ! Είχαν την ευτζιή του παππού μου που ελάλεν “τον γλήορο τον άνθρωπον αγαπούν τον τζι οι πέτρες!”. Φιλοσοφία τούτη! Το πρωί επήαιννα εργοστάσιο τζιαι τη νύχτα σχολείο, τη σχολή Νεοκλέους.

Μετά επήα εις το BATA τζι έπιανα 70 λίρες τον μήνα! Μα ξέρεις ίντα λεφτά ήταν τούτα; Τζιαι τότε μόνο θκυο εργοστάσια είσσεν δαμέ, η Κυπριακή Εταιρεία τζι ο Bata!».

Κάνει μια παύση, πιάνει το πιθκιαύλι και παίζει ένα σκοπό. Μου εξηγεί.

Εγώ έχασα τη μάνα μου όταν ήμουν 4 χρονών, τζι η μάνα μου ήτουν 29! Εμπήκαμε δουλειά γλήορα, πριν πάω δημοτικό έκαμνα δουλειές, τζιαι το πιθκιαύλι έμαθα το 6-7 χρονών τζιαι έμεινεν μου που τότε. Τζιαι καμαρώνω! Τζι η γυναίκα μου πριν πεθάνει, επήεν εις το Ισραήλ τζι έφερεν μου ένα πιθκιαύλι, τζι είπα της «εν τω καλύττερο δώρο που μου έφερες ως τωρά!». Τζι εθθυμήθηκά το τζι έπαιζά το τζι έκλαια.

Τούντον τόπο δαμέ άνοιξά τον πριν 17 χρόνια, όταν αρρώστησε η γυναίκα μου τζιαι τα έξοδα ήτουν πολλά. Νοσοκόμες, φάρμακα, πολλά έξοδα πολλά. Εν τζι ήμουν τσαγκάρης εγώ, αλλά έξερα πολλά που παπούτσια, πολλά. Πάντα εδούλευκα με παπούτσια. Επούλουν τα, τζιαι επούλουν τα τόσον καλά που έπιανα ποσοστά τζιαι έφκαλα έναν μισθό πολλά καλό. Δαμέσα; Όι εν έσσιει πολλή δουλειά. Εν συφφέρει μάνα μου να σάσω παπούτσια σήμερα, ο κόσμος αγοράζει πολλά φτηνά πράματα, χαλούν, πετάσσι τα. Εκατήντασιν ούλλα μιας χρήσης. Αλλά αρέσκει μου δαχαμέ. Θωρώ κόσμο, μιλώ του τζιαι δε δαμέ έξω γράφω ούλλα μου τα ρητά, άδε “αν θες να είσαι πάντα πρώτος, να βουράς μόνος σου”».

Άραγε ποιος φτιάχνει σήμερα τα παπούτσια του και δεν τα πετάει, σκέφτομαι, και η ερώτησή μου προφανώς δεν μένει αναπάντητη.

«Τωρά εν ούλλα ψεύτικα μάνα μου, εν αξίζει με να σάσεις με τίποτε. Ούλλοι πιάνουν παπούτσια, θωρούν τα εχάλασεν, πετάσσουν τα ολόισια. Εν αξίζει να σαστεί το ψεύτικο το παπούτσι».

Ο κύριος Αχιλλέας διατηρεί το τσαγκαράδικο του σε έναν παράδρομο της Ονασαγόρου, στη Λευκωσία. Συστήνεται ως «θεραπευτής υποδημάτων» και αν τον επισκεφθείς θα σε περιποιηθεί το μέγιστο. Θα αρπάξει το πιθκιαύλι του, θα σου παίξει ένα σκοπό και ευθύς αμέσως θα κατεβάσει δύο παλιά κουτιά παγωτού που μέσα κρύβει κιοφτέρι και παστέλι. Να πας, να του μιλήσεις. Είναι πράγματι ένας «θεραπευτής», αφού πριν φύγουμε μας ερμηνεύει:

«Κάθε παπούτσι που έρχεται εδώ είναι διαφορετικό και θέλει ειδική μεταχείριση. Πρέπει να αγαπάς τούτο που κάμνεις, εν θα σου το διδάξει κανείς, πρέπει να αγαπάς την τέχνη σου. Τζιαι για αυτό εν θέλω να λαλώ τσαγκάρης, αλλά “θεραπευτής υποδημάτων”».