Του Δρ. Χρίστου Κ. Κυριακίδη

Στις 30 Νοεμβρίου 1882 η Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας Βικτώρια υπέγραφε το διάταγμα για την παραχώρηση αιρετού Νομοθετικού Συμβουλίου στην Κύπρο, «το διαμάντι» που τέσσερα μόλις χρόνια προηγουμένως είχε προστεθεί στο Στέμμα της. Το σχετικό διάταγμα ήταν το αποτέλεσμα αρκετών παρασκηνιακών συζητήσεων μεταξύ των Βρετανών αξιωματούχων στο Υπουργείο Αποικιών και στη Λευκωσία, αλλά και έντονων πιέσεων από τους κατοίκους στο νησί. Εκπρόσωποι των τελευταίων, μάλιστα, είχαν παραιτηθεί από όλα τα δημόσια αξιώματα που κατείχαν, ως μορφή πίεσης προς τους Βρετανούς.

Ένα πρώιμο είδος Νομοθετικού Συμβουλίου είχε παραχωρηθεί στο νησί ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1878, λίγους μήνες δηλαδή μετά την άφιξη των νέων κατακτητών σε αυτό, που αποτελείτο από τον Αρμοστή, ο οποίος θα προήδρευε των συνεδριών και από τουλάχιστον τέσσερα και όχι περισσότερα των οκτώ στον αριθμό μέλη, που θα διορίζονταν από το Στέμμα για μια διετία και με συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Τα μισά, τα «επίσημα μέλη», πέραν του Αρμοστή, έπρεπε να είναι «άτομα κατέχοντα δημόσια υπουργήματα» στο νησί, και τα υπόλοιπα κάτοικοι της Κύπρου, που θα αποκαλούνταν «ανεπίσημα». Το εν λόγω διορισμένο Νομοθετικό Συμβούλιο λειτούργησε μέχρι και το 1882, οπότε με Βασιλικό «Διάταγμα εν Συμβουλίω» ιδρύθηκε στην Κύπρο αιρετό Νομοθετικό Συμβούλιο.

H ανύψωση της βρετανικής σημαίας στη Λευκωσία, τον Ιούλιο 1878. Πηγή: The Illustrated London News, 10-8-1878

Το σχετικό διάταγμα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 1882, γνωστοποιήθηκε στο νησί στα μέσα Δεκεμβρίου. Η αναγγελία της είδησης για παραχώρηση αιρετού Συμβουλίου έγινε αποδεκτή από τις δύο κοινότητες στο νησί με διαφορετικά συναισθήματα και εκ διαμέτρου αντίθετες αντιδράσεις. Από τη μια ήταν η ελληνική πλειοψηφία, η οποία, με τηλεγράφημα (στα γαλλικά) του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου προς το υπουργείο Αποικιών, εξέφρασε τη «βαθείαν ευγνωμοσύνην» του ελληνικού πληθυσμού του νησιού. Η «ευγνωμοσύνη» των Ελλήνων κατοίκων ήταν το αποτέλεσμα της ικανοποίησης αφενός του κυριότερου αιτήματός τους που ήταν η παροχή αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και, αφετέρου για τη δίκαιη κατανομή των εδρών στο υπό ίδρυση Νομοθετικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την αναλογία πληθυσμού της κάθε κοινότητας του νησιού.

Αντιθέτως, αντιπροσωπεία της μουσουλμανικής μειονότητας με τηλεγράφημά της, επίσης προς το υπουργείο, αντέδρασε στην πιο πάνω απόφαση. Κύριος λόγος ήταν η πρόνοια για την κατ’ αναλογία πληθυσμού εκπροσώπηση των δύο κοινοτήτων στο Συμβούλιο, απειλώντας ότι δεν θα επέτρεπαν τη συμμετοχή εκπροσώπων τους σε αυτό, με το επιχείρημα ότι «αι τε αρχαίαι και αι παρούσαι προνομίαι ημών καταπατούνται». Η αντίδρασή τους εκφράστηκε και με υπόμνημα και επιστολή προς τον Αρμοστή, με την οποία προειδοποιούσαν ότι θα απείχαν από τις εκλογές, ενώ θα επιδίωκαν, μέσω «ανώτερης αρχής», της «Υψηλής Πύλης» δηλαδή, την επίλυση του προβλήματος αυτού.

Στο νέο αυτό Νομοθετικό Συμβούλιο θα εκπροσωπούνταν οι Μωαμεθανοί κάτοικοι με τρεις βουλευτές και οι «μη Μωαμεθανοί», όπως διαχώριζαν τον πληθυσμό οι Βρετανοί, με εννέα. Παράλληλα θα υπήρχαν και έξι διορισμένα «επίσημα μέλη», διοικητικοί υπάλληλοι δηλαδή. Έτσι, με την αναλογία αυτή, η τουρκοβρετανική συμμαχία εντός του Νομοθετικού Συμβουλίου θα υπερίσχυε της ελληνικής πλειοψηφίας, με τη «νικώσα ψήφο» του Προέδρου-Αρμοστή. Με αυτό τον τρόπο θα επιτυγχάνονταν οι στόχοι των Βρετανών αξιωματούχων, που ήταν αφενός η διασφάλιση των συμφερόντων της Αυτοκρατορίας, αφετέρου η ασφάλεια της μουσουλμανικής μειονότητας. Ιδιαίτερα για το τελευταίο θα δημιουργούνταν ξεχωριστοί εκλογικοί κατάλογοι για τους Έλληνες και τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, ενισχύοντας έτσι περαιτέρω τον διαχωρισμό τους.

Η Κύπρος χωρίστηκε σε τρεις εκλογικές περιφέρειες για τους σκοπούς της εκλογής των μελών του Νομοθετικού Συμβουλίου: Λευκωσίας-Κερύνειας, Λάρνακας-Αμμοχώστου και Λεμεσού-Πάφου. Στην κάθε μια θα εκλέγονταν ένας «μωαμεθανός» και τρεις «μη μωαμεθανοί» βουλευτές. Δικαίωμα ψήφου είχαν όσοι

α) ήταν άρρενες

β) είχαν συμπληρώσει το 21ο έτος σε ηλικία

γ) ήταν Βρετανοί ή Οθωμανοί υπήκοοι ή

δ) κατείχαν άλλη υπηκοότητα, αλλά κατοικούσαν πέραν των πέντε ετών στο νησί, και

ε) πλήρωναν οποιοδήποτε είδος φορολογίας «βεργί» (φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας) που τους αναλογούσε στην επαρχία που θα εγγράφονταν ως εκλογείς, για το οικονομικό έτος που προηγείτο της ημερομηνίας σύνταξης των εκλογικών καταλόγων.

Η εξουσία για τον καθορισμό του αριθμού των εκλογικών κέντρων και του χώρου που θα έδρευαν, καθώς και τα χωριά και τις ενορίες, οι κάτοικοι των οποίων όφειλαν να ψηφίσουν σε αυτά, δόθηκε τελικά στον Αρμοστή, ο οποίος αποφάσιζε λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες συνθήκες. Έτσι, ο αριθμός αλλά και οι κοινότητες που υποχρεώνονταν να ψηφίζουν σε συγκεκριμένα κέντρα μεταβαλλόταν συνεχώς, αφού ήταν σε άμεση εξάρτηση από τον πληθυσμό των χωριών. Σύμφωνα με τις αναφορές των επαρχιακών διοικητών, στους οποίους μεταβιβάστηκε τελικά η εξουσία για τον καθορισμό τους, η κεντρική θέση των προτεινόμενων κοινοτήτων, η εγγύτητά τους με μεγάλο αριθμό χωριών αλλά και η ύπαρξη έδρας μουδίρη ήταν σημαντικοί λόγοι για τη δημιουργία εκλογικών κέντρων. Για τις πρώτες εκλογές, το 1883, δημιουργήθηκαν 22 εκλογικά κέντρα, στις πρωτεύουσες και στα κεφαλοχώρια των επαρχιών, (Κυθρέα, Δάλι, Μόρφου, Λεύκα, Πέρα, Βατυλή, Λεονάρισσο, Λευκόνοικο, Αραδίππου, Λεύκαρα, Κοιλάνι, Καλό Χωριό, Κελοκέδαρα, Χρυσοχού, Χούλου, Φύτη), χωρίς όμως να είναι διαχωρισμένα αναλογικά σε όλες τις επαρχίες. Τα εκλογικά κέντρα συνεχώς αναθεωρούνταν, λόγω των μεταβολών στα διοικητικά όρια και την αύξηση του πληθυσμού. 

Ο μητροπολίτης Κιτίου (1918-1937) Νικόδημος Μυλωνάς, βουλευτής Δυτικής Λάρνακας (1925-1931), από τους πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές της εξέγερσης του Οκτωβρίου 1931 (αριστερά) Ο μητροπολίτης Κιτίου (1868-1886) Κυπριανός Οικονομίδης, βουλευτής από το 1883-1886, ο πρώτος που άσκησε έντονη αντιπολιτευτική στάση απέναντι στη βρετανική διοίκηση (δεξιά)

Ως προς τις εξουσίες τους, τα μέλη του Συμβουλίου μπορούσαν να ασκήσουν κοινοβουλευτικό έλεγχο στη διοίκηση, να προτείνουν, να τροποποιήσουν, να εγκρίνουν ή να καταψηφίσουν νομοσχέδια και να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό για τη λειτουργία της διοίκησης στο νησί. Παρά όμως τις εξουσίες αυτές, το σχετικό διάταγμα έδινε την εξουσία στον Αρμοστή, με την έγκριση του Στέμματος, να εγκρίνει ο ίδιος ένα νομοσχέδιο, ακόμα και τον προϋπολογισμό, παρά την καταψήφισή του από το Συμβούλιο. Ήταν και αυτός ένας τρόπος περιορισμού της, όποιας, εξουσίας, παραχωρείτο στους κατοίκους.

Εντός του Νομοθετικού Συμβουλίου, πέραν των συνηθισμένων, νομοθετικών εργασιών, τα αιρετά μέλη έθεταν με κάθε ευκαιρία αιτήματα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων του νησιού, μέσω κυρίως μείωσης της φορολογίας και των λειτουργικών εξόδων της διοίκησης, αλλά και το ενωτικό αίτημα. Η μέθοδος που χρησιμοποιείτο ήταν μέσω ψηφισμάτων, που εισήγαγε ένας βουλευτής στο Συμβούλιο, το οποίο αφού στηριζόταν από την πλειοψηφία των βουλευτών, στελλόταν ως επίσημο πλέον αίτημα στην Κυβέρνηση στο Λονδίνο.

Ήδη από τις πρώτες συνεδρίες, ο μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης, βουλευτής Λάρνακας-Αμμοχώστου, έθεσε προς συζήτηση το ζήτημα της συλλογής της φορολογίας της δεκάτης (το 1/10 της παραγωγής) για συγκεκριμένα προϊόντα σε είδος και όχι σε χρήμα, κάτι που θα επέφερε σημαντική βελτίωση στην οικονομική κατάσταση των γεωργών. Το ζήτημα της εν λόγω φορολογίας τίθετο με κάθε ευκαιρία, από το σύνολο των αιρετών μελών, μέχρι και την κατάργησή της το 1926.

Αντίθετα, το ζήτημα της κατάργησης του φόρου υποτελείας, (ποσό 92.686 λιρών περίπου, το οποίο δεσμευόταν κάθε χρόνο από τον προϋπολογισμό του νησιού για την αποπληρωμή του χρέους του 1855 της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τη Γαλλία και την Αγγλία), και το οποίο επίσης τίθετο με κάθε ευκαιρία εντός του Συμβουλίου, δεν είχε την υποστήριξη των Τούρκων βουλευτών. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των τελευταίων, ο εν λόγω φόρος αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο του νησιού με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και πιθανή κατάργησή του θα απέκοπτε κάθε δεσμό τους με την προηγούμενη κάτοχο της Κύπρου. Από την άλλη, οι Έλληνες θεωρούσαν ότι το συγκεκριμένο ποσό, τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Οι επιφυλάξεις των Τούρκων βουλευτών κάμφθηκαν μόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, το 1923, και μετά από συνεργασία τους με τους Έλληνες βουλευτές, κατάφεραν να επιτύχουν την κατάργησή του το 1927.

Το πιο σημαντικό και συνεχές αίτημα όμως, αν και μονομερές, αφού τίθετο μόνο από τα ελληνικά μέλη, ήταν το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το εν λόγω αίτημα, το οποίο τίθετο τόσο εντός του Συμβουλίου, όσο και εκτός, συχνά καταψηφιζόταν από τις κοινές τουρκοβρετανικές ψήφους. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν η εισαγωγή εντός της Αντιφώνησης στον Εναρκτήριο Λόγο του Αρμοστή το 1903 της διευκρινιστικής πρότασης «ήτοι η εθνική αποκατάστασις διά της μετά της Μητρός Ελλάδος Ενώσεως», στην αναφορά για τις αξιώσεις του κυπριακού λαού. Η επιτυχία αυτή πιστώνεται στον βουλευτή Λεμεσού-Πάφου και μετέπειτα Δήμαρχο Λεμεσού Χριστόδουλο Σώζο, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα, κάνοντας πράξη τις ενωτικές του πεποιθήσεις, έπεσε ηρωικά μαχόμενος στους Βαλκανικούς Πολέμους, ως εθελοντής με τον ελληνικό στρατό. Από την πλευρά τους οι Τούρκοι βουλευτές, ακολουθώντας μια πολιτική αντίθεσης απέναντι στα ελληνικά αιτήματα, εισήγαγαν, με την υποστήριξη και των Βρετανών επίσημων μελών δικά τους ψηφίσματα για την επιστροφή της Κύπρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή για την παράταση της βρετανικής κατοχής.

Ο βουλευτής Λεμεσού-Πάφου και Δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, από τα ενεργότερα μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου, ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

Το Νομοθετικό Συμβούλιο καταργήθηκε ως ένα από τα καταπιεστικά μέτρα που έλαβε η βρετανική διοίκηση μετά τη λαϊκή εξέγερση του Οκτωβρίου 1931, των γνωστών Οκτωβριανών. Καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του το Νομοθετικό Συμβούλιο αποτελούσε μια προσπάθεια των Βρετανών να δημιουργήσουν στους κατοίκους την εντύπωση της ενεργής τους συμμετοχής στις λειτουργίες της διοίκησης, χωρίς όμως σε κανένα σημείο να αποκτήσουν ουσιαστικό λόγο στη διακυβέρνηση του νησιού.  Όπως σωστά γράφτηκε σε βρετανική εφημερίδα της εποχής ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, αποτέλεσε «ένα επαίσχυντο δώρο. Ο δωρητής δεν έδωσε τίποτα. Ο αποδέκτης παρέλαβε κάτι που δεν χρειαζόταν και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει επωφελώς. Και το δώρο είχε τη μοίρα που έχουν όλα τα επαίσχυντα δώρα. Έκανε τον δωρητή περιφρονητέο και τον αποδέκτη αχάριστο».

Η καύση του Κυβερνείου κατά τα Οκτωβριανά θεωρήθηκε ισχυρό πλήγμα για το γόητρο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο νησί.

Πηγή:

Χρίστος Κ. Κυριακίδης, Το Κυπριακό Νομοθετικό Συμβούλιο (1878-1931). Ίδρυση, Λειτουργία και Κοινοβουλευτικές Αντιπαραθέσεις: Συνταγματικές Ελευθερίες υπό Περιορισμό και Αμφισβήτηση, Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία 2016.