ΠΗΓΗ: Philenews

Της Ευαγγελίας Μαθοπούλου, Αναπλ. Έφορο Ιστορικού Αρχείου Τράπεζας Κύπρου

 

Η Τράπεζα Κύπρου από τη γένεσή της τo 1899 βάδιζε παράλληλα με την κυπριακή οικονομία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρξε ο στυλοβάτης της σε περιόδους κρίσης, καθώς χρηματοδοτούσε το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο επωμιζόταν σε μεγάλο βαθμό τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η περίοδος των πρώτων μηνών της ανεξαρτησίας της Κύπρου, πτυχές της οποίας μαθαίνουμε μέσα από το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας Κύπρου (ΙΑΤΚ). Στην αναφορά του Γεώργιου Γκαράνη, διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου, στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων την 31η Μαΐου 1960 περιγράφεται η κατάσταση της κυπριακής οικονομίας κατά τα τελευταία χρόνια της Αγγλοκρατίας και ο ρόλος που διαδραμάτισε η Τράπεζα Κύπρου στην ενίσχυση της αγοράς κατά τη μετάβαση στο νέο κράτος.

Το 1960 η Κύπρος ήταν μια μικρή, αγροτική και φτωχή χώρα, παρότι τα προηγούμενα χρόνια οι Βρετανοί δαπάνησαν σημαντικά ποσά για κοινωνικές υποδομές και αναπτυξιακά έργα. Τα τελευταία χρόνια της Αγγλοκρατίας, στα οποία ξέσπασε ο Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ, σημειώθηκε άνοδος της ανεργίας, μείωση των καταθέσεων και αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος, κάτι που συνεχίστηκε και κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Μέσα από την ομιλία Γκαράνη μαθαίνουμε επιπλέον ότι λόγω της μη οικονομικής στήριξης της αγγλικής κυβέρνησης στο εμπόριο και τη βιομηχανία και εξαιτίας της παθητικής αντίστασης κατά τη διάρκεια του Αγώνα, η οικονομία αφέθηκε στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Μετά το τέλος του Αγώνα τα στρατιωτικά έργα που απορροφούσαν κεφάλαιο και απασχολούσαν εργατικό δυναμικό τερματίστηκαν και έτσι πάγωσαν οι μεγάλοι λογαριασμοί.

Το κύριο πρόβλημα της κυπριακής αγοράς το 1960 ήταν ο υπέρμετρος δανεισμός από τις τράπεζες. Σύμφωνα με τον Γκαράνη, εξαιτίας της συνεχούς πτώσης των τιμών των ακινήτων ο έμπορος είχε την τάση να επενδύει τις οικονομίες του σε ακίνητα και να δανείζεται για τις εμπορικές του εργασίες. Η δε Τράπεζα Κύπρου για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των άλλων εμπορικών τραπεζών παραχωρούσε στους πελάτες της τις πιστώσεις που χρειάζονταν αποφεύγοντας τη δανειοδότηση των μεγάλων λογαριασμών. Τόνιζε, όμως, ο Γκαράνης ότι ούτε ο υπερδανεισμός, ο οποίος με τον περιορισμό των εισαγωγών άρχισε τότε να παρουσιάζει ύφεση, ούτε η γενικότερη κατάσταση της αγοράς δημιουργούσε ανησυχητικό κλίμα. Και αυτό γιατί «ο Κύπριος Έμπορος είναι ευφυής ικανός και τίμιος, επιπλέον δε προσαρμόζεται ευκόλως εις τας ανάγκας των περιστάσεων».

Με ποια πρακτικά μέτρα, όμως, θα μπορούσε η κυπριακή οικονομία να εξέλθει από τη στασιμότητα; Ο Γκαράνης μίλησε για την ανάγκη μιας «διευθυνόμενης οικονομίας», δηλαδή  του συντονισμού «όλων των εκδηλώσεων της οικονομικής ζωής του τόπου» προς αποτροπή των δυσάρεστων φαινομένων της οικονομίας. Η διευθυνόμενη οικονομία ήταν για τον ίδιο ένας επωφελής συνδυασμός παραγωγικότητας από άποψης εθνικής οικονομίας και ιδιωτικής οικονομίας «διότι μόνον το κράτος διαθέτει τα μέσα ώστε οι επιχειρηματίαι και καταναλωταί να κάμουν εκείνο που επιβάλλει η εξυπηρέτησις του συνόλου οπότε και θα εξαλειφθούν και αι συνέπειαι της επί έτη εφαρμοσθείσης αρρύθμου οικονομικής πολιτικής εκ μέρους της [αποικιακής] Κυβερνήσεως». Με αυτά τα λόγια, ο Γκαράνης εξέφραζε υποστήριξη στην πολιτική του νέου κράτους για την οικονομία. Ένας τέτοιος κεντρικός μηχανισμός προήλθε από το Γραφείο Προγραμματισμού, το οποίο δημιουργήθηκε από την κυπριακή κυβέρνηση μετά την ανεξαρτησία κατόπιν εισηγήσεων του ΟΗΕ και ανέλαβε το σχεδιασμό της οικονομίας με περιορισμένο ρόλο του κράτους και συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Πηγές:
ΙΑΤΚ: ΤΡΚ.ΙΙ Διοίκηση, 3. Πρακτικά Συνεδριάσεων, 3.2 Πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων (6.4.1944-10.3.1971)
Σ. Μάτσης, «Η  μεταμόρφωση της κυπριακής οικονομίας και η κοινωνική και δημογραφική μεταλλαγή» στο Χρυσόστομος Περικλέους (επιμ.), Κυπριακή Δημοκρατία 50 Χρόνια. Σε αναζήτηση ταυτότητας (Αθήνα: Παπαζήσης, 2010), σσ. 633-665.
Α. J. Meyer and S. Vassiliou, The Economy of Cyprus (Κέιμπριτζ-Μασαχουσέτη, 1962).

Λεζάντα φωτογραφίας:
Ιστορικό Αρχείο Τράπεζας Κύπρου: Αρχείο Οπτικοακουστικού Υλικού, Γενικές Συνελεύσεις, 1962-1974