Ο Κόσμος της Κύπρου, από τον Άντρο Ευσταθίου 

«Ο Χασάνης ήταν που το Κτήμα. Τον Ιούλη του ’74 εσηκώσαν τον που το σπίτι του, εσύραν τον μες σ’ ένα λεωφορείο τζιαι εφέραν τον στην Παλαιά Λευκωσία,στο κατεχόμενο τμήμα της πόλης.

Ήβρα τον έναν Ιούλη πριν λία χρόνια στο σπίτι που του δώκαν να μείνει, να κάθεται στην αυλή τζιαι να καρτερά τον γιο του να έρτει.
Μες στην κουζίνα είσιεν μιαν καρκόλα τζιαι κάμποσες σιηλιάες πράματα στοιβαμένα το ένα πας το άλλο.

Τα θκιό τα υπνοδωμάτια είχαν που μιαν καρκόλα τζιαι που ένα ερμάρι μέσα.
Μες στο καθιστικό ο κλασικός μπουφές, η τηλεόραση με το πετσετούι της τζιαι θκιο πολυθρόνες αντικρυστά.

Ακούω ομιλίες στην αυλή τζιαι φκαίνω έξω να δώ ποιος ήρτεν.
Ήταν ο γιος του με μιαν κούπα φαΐ.
Πιάνουμεν κουβέντα σπαστά ελληνικά τζιείνος, σπαστά εγγλέζικα εγιώ, συνεννοούμαστε μια χαρά.

Αρωτώ τον

«Ρέ κουμπάρε μα να που καμνει η καρκόλα μες στην κουζίνα τζιαι τζιείντα πραματα ούλλα; Έσιει τόσα δωμάτια όφκερα γιατί εν τα βάλετε;”

Γυρίζει τζιαι λαλεί μου ο γιος του Χασάνη

«Κουμπάρε όι δικά μας τούτα τα πράματα. Ενεν το σπίτι μας τούτο. Το σπίτι μας εν στο Κτήμα. Ο παπάς μου εν επείραξεν τίποτε που το σπίτι που του δώκαν. Που εννά στραφούν τα πλάσματα να το έβρουν όπως το αφήκαν».

*Ο Κόσμος τής Κύπρου