Στις 15 Δεκεμβρίου 1878, ένα από τα πολλά πλοία που μετέφεραν ταξιδιώτες από την Αγγλία, αγκυροβόλησε στη Λάρνακα. Οι Ευρωπαίοι ξεχύθηκαν στο λιμάνι της νέας αποικίας του στέμματος, έτοιμοι να εξερευνήσουν το νησί της Αφρόδιτης και να καταγράψουν τις εμπειρίες τους. Ανάμεσά τους, με μια βαλίτσα στο χέρι, ο σημαντικότερος γάλλος ποιητής και εκπρόσωπος του συμβολισμού του 20ου αιώνα, Άρθουρ Ρεμπώ.

Επιστάτης στην Ξυλοφάγου

Ωστόσο, ο νεαρός Άρθουρ δεν ήταν ένας από τους δεκάδες ερευνητές. Αφού είχε περιπλανηθεί επί 4 χρόνια σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά έβρισκε, υπέγραψε συμβόλαιο με τον Οίκο Maison Thial Jean et Cie, εταιρεία η οποία εκμεταλλευόταν τα λατομεία του νησιού.

Μόλις αποβιβάστηκε, βρήκε ένα άλογο, το καβάλησε κι άρχισε να περιφέρεται στους ανώμαλους χωματόδρομους της επαρχίας. Μετά από ώρα περιπλάνησης βρήκε μία καλύβα κοντά στη θάλασσα. Αυτή η «τρύπα» ήταν το νέο του σπίτι και η ζωή του από ’δω και πέρα δεν προδιαγραφόταν ιδιαίτερα συναρπαστική.

Κάτω από αυτό το δέντρο ξεκουραζόταν ο Άρθουρ Ρεμπώ

Τρεις μέρες μετά ξεκίνησε τη νέα του δουλειά ως επιστάτης στα λατομεία της Ορόκλινης και της Ξυλοφάγου.

Στο διάστημα αυτό έγραψε τρεις επιστολές προς τους γονείς του, στις οποίες περιγράφει τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης του.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1878 έγραφε στη μητέρα του:

Λάρνακα-Κύπρος, 15 Φεβρουαρίου 1879. …Αύριο, 16 Φεβρουαρίου κλείνουν ακριβώς δύο μήνες που εργάζομαι εδώ. Οι εργοδότες μου είναι στη Λάρνακα, το κύριο λιμάνι της Κύπρου. Είμαι επιστάτης σ’ ένα λατομείο στην έρημο, κοντά στη θάλασσα. Ανοίγουμε διώρυγα και φορτώνουμε πέτρες στα πέντε πλοία και στο ατμόπλοιο της Εταιρείας… Το μόνο που υπάρχει εδώ είναι ένα χάος από βράχους, ο ποταμός, η θάλασσα και ένα σπίτι. Ούτε γη, ούτε περβόλια, ούτε ένα δένδρο… Τρώμε κυνήγι και κότες κ.λπ… Όλοι οι Ευρωπαίοι γύρω στους 20 αρρώστησαν εκτός από μένα. Τρεις ή τέσσερις πέθαναν. Εργοδοτούμε από τα γύρω χωριά μέχρι 60 Κύπριους εργάτες την ημέρα. Εγώ τους διευθύνω: Καταγράφω τα ημερομίσθια, διαθέτω το υλικό, κάνω αναφορές στην Εταιρεία, κρατώ λογαριασμό για την τροφή και για όλα τα έξοδα και κάνω τις πληρωμές… Θα κάνουμε σιδηροδρόμους, οχυρά, στρατώνες, νοσοκομεία κλπ. Αυτό το γράμμα σας το γράφω στην έρημο και δεν ξέρω πότε θα φύγει. Το ταχυδρομείο παραμένει στη Λάρνακα.

Λίγο αργότερα, στις 24 Απριλίου 1879, αναφέρει:

Η ζέστη είναι πολύ μεγάλη. Θερίζουν το σιτάρι. Οι ψύλλοι είναι ένα βάσανο φρικτό νύκτα μέρα κι από πάνω τα κουνούπια. Κοιμόμαστε στην ακρογιαλιά στην έρημο. Είχα καυγάδες με τους εργάτες και αναγκάστηκα να ζητήσω όπλα… Δεν σας δίνω τη διεύθυνσή μου στα λατομεία, γιατί το ταχυδρομείο δεν περνά ποτέ από εκεί, αφού παραμένει στη Λάρνακα που απέχει έξι λεύγες.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Άρθουρ Ρεμπώ καταγράφει πόσο δύσκολα περνούσε με τους Κύπριους χωρικούς, οι οποίοι δεν ήταν πάντα η καλύτερη συντροφιά. Την ώρα που μαγείρευε, οι χωρικοί περικύκλωναν την καλύβα του, κάθονταν σταυροπόδι και παρακολουθούσαν τις κινήσεις του ενδελεχώς αφού πίστευαν πως μπορούσε να καλέσει το κακό μάτι που έφερνε φοβερές αρρώστιες.

Μια αναμνηστική πλάκα που τοποθετήθηκε στη θερινή κατοικία του Προέδρου το 1948, θυμίζει το πέρασμα από την Κύπρο του Γάλλου ποιητή. «Αρθούρ Ρεμπώ μια ποιητική ιδιοφυία της Γαλλίας που παρά τη φήμη του συνέβαλε με τα ίδια του τα χέρια στην οικοδόμηση αυτού του σπιτιού».

Ωστόσο δεν εκδήλωσε ποτέ τη δυσαρέσκειά του απέναντί τους.

Κοιμόταν τα μεσημέρια μαζί τους κάτω από τη σκιά μιας ελιάς κι έτρωγε καρπούζι για να απαλύνει την αίσθηση της αφόρητης ζέστης.

Τον Μάιο του 1879 ο Άρθουρ έπρεπε να εγκαταλείψει το νησί λόγω του τυφοειδούς πυρετού που ανέπτυξε όσο εργαζόταν στα λατομεία. Ωστόσο, επέστρεψε πίσω όταν στάθηκε αδύνατο να βρει δουλειά στην Αίγυπτο και εργοδοτήθηκε ως κτίστης στο εργοτάξιο της θερινής κατοικίας του Κυβερνήτη στο Τρόοδος.

Ωστόσο, η δεύτερη παραμονή του στην Κύπρο ήταν αφόρητη. Ένιωθε υπερβολική μοναξιά ενώ μισούσε τους εργάτες που τον περιτριγύριζαν.

«…Μισώ τις δουλειές, τα αφεντικά, τους εργάτες, όλους τους χωρικούς», έγραφε στους φίλους του πληροφορώντας τους για τη νέα του αφόρητη ζωή.

Η απέχθειά του μεγάλωσε όταν ένα βράδυ οι χωρικοί μέθυσαν, λεηλάτησαν την καλύβα του και έκλεψαν το μικρό χρηματοκιβώτιό του. Τότε έγραψε για την κοινωνία «Ουδέποτε ανήκα σε αυτή την φυλή. Δεν καταλαβαίνω από νόμους, δεν ξέρω τι σημαίνει ηθική, είμαι ένα κτήνος».

Ο Πολ Βερλαίν με τον Άρθουρ Ρεμπώ

Η ταραχώδης ζωή

Ο Άρθουρ Ρεμπώ δεν είχε την πιο «φυσιολογική» ζωή, που μπορεί κανείς να φανταστεί. Τον χαρακτήρισαν ως αναρχικό, βρώμικο, οξύθυμο ενώ δεν μπορούσε ποτέ κανείς να τον κάνει παρέα. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά στις κοινωνικές του συναναστροφές ήταν να πίνει αψέντι και να βρίζει χυδαία όποιον του μιλούσε.

Η αποκρουστική του εμφάνιση δεν βοηθούσε ιδιαίτερα. Δεν άλλαζε ρούχα συχνά, ενώ στα ανακατεμένα του μαλλιά έκαναν κυριολεκτικά παρέλαση οι ψείρες.

Μέσα σ’ όλα αυτά ο Ρεμπώ γνώρισε τον συγγραφέα Βερλαίν, ο οποίος ήταν παντρεμένος με παιδιά. Όμως οι δυο τους έκαναν πολύ παρέα, ωστόσο δεν ήταν λίγα τα επεισόδια βίας που είχαν ξεσπάσει μεταξύ τους.

Μόλις ενηλικιώθηκε ξεκίνησε μία ζωή άσχετη με την ποίηση και μακριά από τη δημιουργική γραφή. Ο άνθρωπος που σήμερα θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του συμβολισμού και που τα ποιήματά του αποτελούν αριστουργήματα, Έκανε νομαδική ζωή ως εξαγωγέας καφέ, εργοδηγός, αποικιοκράτης, εξερευνητής, εθελοντής σε τάγματα εκστρατείας, έμπορος όπλων και πιθανότητα δουλέμπορος. Ζούσε μια ζωή λιτοδίαιτη, αυστηρή και όλα του τα σχέδια κατέληγαν σε αποτυχία. Έκανε αιματηρές οικονομίες, στερούμενος τα πάντα, ύστερα τις επένδυε σε μια ριψοκίνδυνη επιχείρηση που απαιτούσε πελώρια προσπάθεια, τον ξεγελούσαν στις συναλλαγές, τα έχανε όλα και ύστερα ξανάρχιζε τις οικονομίες και τις στερήσεις και τα μακρόπνοα σχέδια.

Πριν κλείσει τα 37, αρρώστησε βαριά και πέθανε. Κάποιος γνωστός, πριν πεθάνει, τον ρώτησε για την ποίηση και τη λογοτεχνία, οπότε ο Ρεμπώ του απάντησε με έναν μορφασμό δυσαρέσκειας: «Τι σημασία έχουν όλα αυτά τώρα; Χέσ’ την την ποίηση».