Στις 10 Νοεμβρίου 1330, μια τρομερή θύελλα και μια ατελείωτη βροχόπτωση, ήταν οι αιτίες για να ζήσουν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας βίωσαν την οργή της φύσης. Ο ποταμός Πεδιαίος, που διέσχιζε την ερμητικά κλειστή από τείχη Λευκωσία, φούσκωσε από τις βροχές και πλημμύρισε τόσο που παρέσυρε στο διάβα του χιλιάδες ψυχές. Εκείνη η νύχτα ήταν η πιο εφιαλτική νύχτα της πρωτεύουσας.

Ο Λεόντιος Μαχαιράς περιγράφει στο χρονικό του για εκείνο το βράδυ

«Ο ποταμός εκατέβην τόσο μέγας και εξηρίζωσεν πολλά δέντρα και κατέβασέν τα και έφερεν τα εις τη Χώραν και εστούππωσεν το γιοφύριν του σινεσκάρδου. Και ο ποταμός επήγε τριγύρου της Χώρας και εχάλασεν πολλά σπίτια και έπνιξε πολύν λαόν».

Βιβλική καταστροφή

Μέσα από τις περιγραφές των χρονικογράφων μπορεί κανείς να φανταστεί το πανικόβλητο πλήθος. Ο κόσμος, του οποίου τα σπίτια είχαν καταστραφεί μαζί με τον άστεγο πληθυσμό της πρωτεύουσας, έτρεχε για να σωθεί από τη μανία των νερών. Όμως η διαφυγή ήταν αδύνατη. Τα ψηλά τείχη που μόλις είχαν κτιστεί από τον Ούγο Δ’ ντε Λουζινιάν, κρατούσαν μέσα στην πόλη όχι μόνο τα νερά αλλά και τους ανθρώπους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άμεσος πνιγμός τους.

Αν και οι αριθμοί για τους νεκρούς ποικίλουν, από 4.000 έως 11.000, όποιος κι αν ήταν ο πραγματικός δεν παύει να είναι ένα τρομερό νούμερο, αποδεικνύοντας το μέγεθος της καταστροφής.

Οι ίδιες βροχοπτώσεις που έπνιξαν τη Λευκωσία έπνιξαν και τη Λεμεσό. Ο ποταμός Γαρύλλης έπνιξε περίπου 2.000 ανρθώπους στην παραθαλάσσια πόλη.

Σύμφωνα με τον χρονικογράφο Φλώριο Βουστρώνιο, οι νεκροί στη Λευκωσία ήταν 3.000 και η πλημμύρα προκλήθηκε από τα διάφορα αντικείμενα που έφερε μαζί του ο ποταμός και έφραξαν το γεφύρι του Σινεσκάρδου που βρισκόταν κοντά στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας. Κάποια στιγμή λόγω της πίεσης του νερού, το γιοφύριο γκρεμίστηκε  και διαλύθηκε και αυτό ήταν ευτύχημα. Γιατί αν το γιοφύρι δεν γκρεμιζόταν, ολόκληρη πόλη θα πνιγόταν.

Έτρεχαν γυμνοί μέσα στη νύχτα

Η πλημμύρα που έγινε νύκτα ανάγκασε τους κατοίκους να τρέχουν πανικόβλητοι στους δρόμους. Άλλοι φορούσαν τις νυχτικιές τους κι άλλοι έτρεχαν γυμνοί, προσπαθώντας να σωθούν. Ο βασιλιάς της Κύπρου, Ούγος Δ’, αναίσθητος καθώς ήταν, έτρεξε να σώσει μόνο τη δική του ζωή.

Για αυτό και την ευθύνη ανέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, ο οποίος άνοιξε τις αποθήκες και διαλάλησε πωςοι πληγέντες μπορούσαν να πάρουν δωρεάν σιτάρι και άλλα αγαθά, όπως ρουχισμό και χρήματα.

Για 40 μέρες γίνονταν παρακλήσεις και δεήσεις στους ναούς, ενώ για τα επόμενα χρόνια κάθε χρόνο στις 11 Νοεμβρίου η εκκλησία έκανε λιτανεία σ’ ανάμνηση των χιλιάδων νεκρών .

Αυτή δεν ήταν όμως η μοναδική πλημμύρα του Πηδκιά, αφού πλημμύρισε ξανά το 1859 και το 1865.

Οι καταστροφές αυτές έπαψαν όταν επί Αγγλοκρατίας οι Βρετανοί διαφοροποίησαν την κοίτη του ποταμού κι αυτός έπαψε να επηρεάζει τη Λευκωσία.