Ψυχαγωγία και διασκέδαση στη λατινοκρατούμενη Κύπρο

Της Στέλλας Σοφοκλέους

Στην Κύπρο επί Φραγκοκρατίας και αργότερα επί Ενετοκρατίας απαντώνται ποικίλες μορφές ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Η ποικιλία αυτή είναι απόλυτα αναμενόμενη αν αναλογιστεί κανείς την πληθώρα κοινωνικών ομάδων, αλλά και τις διαφορετικές εθνότητες που συνυπήρχαν στο βασίλειο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Όπως θα δούμε παρακάτω υπήρχαν ασχολίες που αφορούσαν συγκεκριμένες τάξεις και άλλες που συνηθίζονταν από όλους τους  Κυπριώτες.[1]

Κυνήγι και Γεράκια

Ο Φίλιππος της Ναβάρας θα υπογραμμίσει σε πολλά σημεία του έργου του την αγάπη των Φράγκων για το κυνήγι, η οποία θα πρέπει να προϋπήρχε της κατάκτησης. Οι ίδιοι οι βασιλείς της Κύπρου επιδίδονταν στο κυνήγι, γεγονός που διασταυρώνεται μέσα στα χρονικά της περιόδου. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως τόσο το ήπιο κλίμα του νησιού όσο και η αφθονία της θήρας, ήταν σημαντικοί παράγοντες στην εδραίωση του κυνηγιού από τους ευγενείς της Κύπρου.

Έπειτα, σημαντική είναι η εξέταση των νομικών κειμένων της εποχής.  Όσον αφορά το κυνήγι, στους νόμους που συνέταξε για την υψηλή αυλή του βασιλείου της Κύπρου ο ξακουστός νομομαθής ευγενής της εποχής Ιωάννης de Ibelin, κάνει ξεκάθαρη αναφορά στο κυνήγι.  Συγκεκριμένα, ο νόμος σχετιζόταν με τα χαμένα γεράκια, σκυλιά και άλογα.

Άρα κατανοούμε πως το κυνήγι στην Κύπρο γινόταν με σκυλιά και γεράκια ενώ φαίνεται να υπήρχαν και διάφορες ράτσες σκύλων. Μάλλον για αυτόν τον λόγο υπήρχε τόσο πολύ η συνήθεια της κατοχής δεκάδων σκύλων από τους ευγενείς σε σημείο που οι ταξιδιώτες και οι οδοιπόροι κάνουν λόγο για απληστία και σπατάλη. Πέρα από τη νομοθεσία της Πάνω Αυλής –η οποία συντασσόμενη από ένα Λατίνο ευγενή αφορούσε κυρίως τους Λατίνους ευγενείς-, βρίσκουμε στην πρωτογενή βιβλιογραφία αναφορές στη Νομοθεσία της Κάτω Αυλής, ή αλλιώς την Αυλή της Βουργεσίας στην οποία εκδικάζονταν οι υποθέσεις των αστών της Κύπρου.

Ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, Ρανούλφος, σε επαρχιακή σύνοδο της Λατινικής Εκκλησίας που πραγματοποιήθηκε γύρω στο 1283 με σκοπό τη διδασκαλία των Ελλήνων κληρικών, αποδοκίμασε έντονα τους ηγουμένους και μοναχούς των μονών οι οποίοι, όπως τονίζει δεν θα έπρεπε να εξακολουθήσουν να αφήνουν τις μονές για να πηγαίνουν στο κυνήγι, ούτε να κατέχουν κυνηγετικά σκυλιά και πτηνά για τον σκοπό αυτό.[2]

Στην κούπα της φωτογραφίας, πάνω σε λεπτό στρώμα επιχρίσματος, αποδίδεται με χάραξη η μορφή του κυνηγού ‘’γερακάρη’’ μαζί με τρία γεράκια.

Ο «Γερακάρης», 130υ αι μ.Χ. Εμφιαλωμένη κεραμική Τέχνη Μουσείου Πιερίδη στη Λάρνακα. Στην κούπα της φωτογραφίας, πάνω σε λεπτό στρώμα επιχρίσματος, αποδίδεται με χάραξη η μορφή του κυνηγού ‘’γερακάρη’’ μαζί με τρία γεράκια.

Ακολούθως, στα τσέχικα οδοιπορικά ο Ludolf von Suchen το 1350, ο περιηγητής, μαρτυρεί πως το κυνήγι ήταν  ομαδική και πολυδάπανη ενασχόληση μεταξύ των ευγενών. Διαρκούσε μερικούς μήνες και περισσότερο συνηθιζόταν κατά το καλοκαίρι. Στη συνέχεια κάνει αναφορά στα αγρινά του νησιού τα οποία ονομάζει «άγρια κριάρια» και παρατηρεί πως ήταν ενδημικά.[3]

Περιποίηση κυνηγετικών σκύλων στο Μεσαίωνα. Πηγή: Le Livre de chasse de Gaston Phébus.

Κατά την όψιμη φραγκοκρατία η αγάπη των βασιλέων της Κύπρου για το κυνήγι παρέμεινε αμείωτη.  Ο Ιταλός περιηγητής Nicola de Martoni, επισκεπτόμενος την Κύπρο στα τέλη του 14ου αι, αναφέρει στα γραπτά του πως ο βασιλιάς Ιάκωβος Α΄ είχε στην κατοχή του 24 λεοπαρδάλεις και 300 γεράκια όλων των ειδών.

Για τον διάδοχό του, Ιάκωβο Β’ γνωρίζουμε πληροφορίες σε σχέση με το θέμα μέσω των καταγραφών των αμοιβών των γερακάρηδων και των διάφορων φοροαπαλλαγές που απολάμβαναν οι άνθρωποι αυτοί οι οποίοι θα πρέπει να ήταν τρόπο τινά οι εκπαιδευτές ή οι φροντιστές των  βασιλικών γερακιών. Η εκτροφή των γερακιών γινόταν σε δύο χωριά της επαρχίας Λεμεσού, το Πισσούρι και το Ακρωτήρι.  Οι γεράκηδες οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ανατροφή τη φροντίδα και την εκπαίδευση των πτηνών απολάμβαναν ένα είδος φοροαπαλλαγής ενώ τα έσοδα από τη διαδικασία αυτή φαίνεται να είναι αρκετά ογκώδη.

 

Κυνήγι ελαφιών με άλογα και σκύλους στο Μεσαίωνα. Πηγή: Livre de la Chasse

Το πάθος των κατοίκων, ξένων και ντόπιων, για το κυνήγι παρέμεινε ακλόνητο και επί Ενετοκρατίας. Ο Δομινικανός μοναχός και γόνος της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών, Στέφανος ντε Λουζινιάν περιγράφει λεπτομερώς τα έθιμα των Κυπρίων στο βιβλίο Chronograffia, γραμμένο λίγο μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1570, όπου παρέχει αρκετές πληροφορίες σχετικά με τις κυνηγετικές ενασχολήσεις

Ξιφομαχίες και κονταρομαχίες

Αυτά τα δύο αθλήματα αφορούσαν αποκλειστικά την τάξη των ευγενών στο νησί γεγονός που είναι εντελώς φυσιολογικό αν αναλογισθεί κανείς πως το ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη μεσαιωνική Ευρώπη την περίοδο αυτή. Εξάλλου, μόνο η ανώτερη τάξη είχε την οικονομική άνεση να λαμβάνει την κατάλληλή εκπαίδευση και τον απαραίτητο εξοπλισμό για να ασχολείται τόσο με τις ξιφομαχίες όσο και με τις κονταρομαχίες, ή την τζόστρα όπως αναφέρεται στις πηγές. Οι πρακτικές αυτές εισήχθησαν τόσο στην Κύπρο όσο και στον υπόλοιπο λατινοκρατούμενο ελληνισμό μόνο με την άφιξη των δυτικών και σχετίζονταν άμεσα με το φεουδαρχικό ιπποτικό σύστημα.

Οι πιο σημαντικοί ευγενείς – φεουδάρχες της Κύπρου, κατά τη φραγκοκρατία και Ενετοκρατία, διέθεταν ακριβά όπλα και άλογα, ήταν εκπαιδευμένοι στην πολεμική τέχνη και έπαιρναν μέρος στις φεουδαρχικές γενικές επιδείξεις τις οποίες ονόμαζαν mostre generali. Επίσης, λάμβαναν μέρος στα ιπποτικά αγωνίσματα, δηλαδή τις κονταρομαχίες ή γκιόστρες (giostre).  Φαίνεται πως υπήρχε μια ιδιάζουσα σχέση του ιπποτικού θεάματος με τη Γαληνότατη Δημοκρατίας της Βενετίας αφού η θαλασσοκράτειρα οργάνωνε σε όλες της τις κτήσεις το θέαμα αυτό και θέσπιζε βραβεία που κάποτε είχαν σημαντική αξία.  Οι κονταρομαχίες μεταξύ εφίππων στην Κύπρο όπως και στην Ευρώπη γενικότερα οργανώνονταν πολλές φορές από την βασιλική αυλή.

Μεσαιωνική Κονταρομαχία, Από Βικιπαίδεια

Το χρονικό του Μαχαιρά αναφέρει συγκεκριμένα την κονταρομαχία που οργάνωσε ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ τον Οκτώβριο του 1372, μετά την αποδοκιμασία από τους κόλπους των Γενουατών κατά τον οποίο είχε ξεσπάσει λαϊκή εξέγερση στην Αμμόχωστο το ίδιο έτος. Έπειτα, επί Ενετοκρατίας το 1489, κατά τη διάρκεια της τελικής αναχώρησης της βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο από την Κύπρο, οι Βενετοί οργάνωσαν κονταρομαχίες προς τιμή της. Το άθλημα συνεχίστηκε να ασκείται στο νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου.

Η Βενετία έδινε ιδιαίτερη σημασία στη μίμηση των μυθικών εορτών της και στις πιο απομακρυσμένες κτήσεις της Ανατολικής Μεσογείου και οι ιππικοί αυτοί αγώνες εμμέσως πλην σαφώς είχαν προπαγανδιστική σημασία για την εξουσία και την υπεροχή της Γαληνοτάτης.

Στην Κύπρο επί Lusignans, μαρτυρείται κονταροχτύπημα με πραγματική σύγκρουση ιπποτών κάτι που στις υπόλοιπες περιοχές αποφευγόταν. Αυτό, θα πρέπει να το συνδέσουμε με την ανάγκη άσκηση του πληθυσμού με τα πολεμικά όπλα μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο. Παρόλα αυτά έγγραφο του 1521 γραμμένο από την εξουσία του νησιού, παρακαλεί τη Σύγκλητο να θεσπίσει, όπως παλιότερα, τα βραβεία του διαγωνισμού, πράγμα που γίνεται τελικά δεκτό.[4]   Στα μετέπειτα χρόνια και συγκεκριμένα το 1562, ο Βενετός αξιωματούχος Segredo σε έκθεση σχετικά με την στρατιωτική ετοιμότητα της Κύπρου, εισηγήθηκε τη στρατολόγηση 50 νεαρών για τη δημιουργία ενός επίλεκτου σώματος ιππικού. Ως δικαιολογία για την επιλογή των συγκεκριμένων ατόμων θέτει το επιχείρημα πως θα ήταν εξαιρετικοί ιππότες αφού διέπρεπαν στο άθλημα τις κονταρομαχίας.[5]

Ο Στέφανος ντε Λουζινιάν περιγράφει επίσης την κονταρομαχία τόσο στο Chronograffia όσο και στο μεταγενέστερο σύγγραμμά του γραμμένο στα γαλλικά, Description de toute lisle de Chypre.  Ως λάτρεις των πολεμικών τεχνών οι ευγενείς της Κύπρου δεν μπορούσαν παρά να είναι θιασώτες και της ξιφομαχίας.

Σε αντίθεση όμως με την τζόστρα, ξιφομαχίες φαίνεται να εξασκούσαν και τα κατώτερα αστικά ή ακόμα και λαϊκά στρώματα της κυπριακής κοινωνίας. Αυτή τουλάχιστον η εντύπωση μαρτυρείται στις πηγές τις εποχής.

 Θέατρο και Λυρική

Οι Κύπριοι του Μεσαίωνα ήταν ένθερμοι θιασώτες του θεάτρου, της μουσικής και της ωδικής. Αρκετά από τα τραγούδια που είναι γνωστά μέχρι και σήμερα ως ακριτικά έχουν τις ρίζες τους στην εποχή της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Στον μουσικό πλούτο του νησιού διαπιστώνει κανείς την ύπαρξη στοιχείων και επιρροών που αναφέρονται στον χώρο της ευρύτερης λεκάνης της Μεσογείου. Τις περισσότερες μάλιστα φορές, οι επιρροές αυτές αφορούν σε κάποιο μουσικό ‘αντιδάνειο’ της αρχαίας ελληνικής μουσικής.

Το Χειρόγραφο της Κύπρου του 15ου αιώνα (Manuscript Torino J.II.9) , το οποίο θεωρείται ως ένα έργο θεμελιώδους καλλιτεχνικής αξίας, αποτελεί ζωντανή μαρτυρία της μουσικής που οι Λουζινιανοί άρχοντες της Κύπρου συνήθιζαν να παρουσιάζουν στην καθημερινή τους ζωή. Το έργο ήταν μάλλον παραγγελία των Λουζινιανών στην Ιταλία. Διακρίνεται για τη μοναδικότητά του, αφού κανένα μέρος του δεν παρουσιάζεται σε οποιοδήποτε άλλο χειρόγραφο. Οι διάφορες συνθέσεις που περιέχει το χειρόγραφο είναι κυρίως τελετουργικής και θρησκευτικής φύσης και δημιουργήθηκαν με σκοπό τη χρήση εντός της βασιλικής αυλής. Το χειρόγραφο περιέχει ένα τεράστιο μουσικό ρεπερτόριο που προφανώς ανήκε στην αυλή της Κύπρου και που  καλύπτει τόσο την εκκλησιαστική μονοφωνία όσο και πολυφωνία γαλλικού τύπου. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως όλα τα πολυφωνικά  κομμάτια είναι μοναδικά στα είδος τους. [6]

Πέρα από τη βασιλική αυλή η αγάπη των απλών ανθρώπων για τη μουσική και την ενασχόληση με όργανα είναι ξεκάθαρη αφού διασταυρώνεται από πληθώρα πηγών.

Συγκεκριμένα, ο Στέφανος ντε Λουζινιάν τονίζει την αγάπη που έτρεφαν οι Κύπριοι για τα μουσικά και χορευτικά δρώμενα στα δυο προαναφερόμενα έργα του. Στην Chronograffia γράφει:

Όλοι διασκεδάζουν με το τραγούδι και παίζοντας μουσικά όργανα όλων των ειδών. Το λαούτο όμως είναι το δημοφιλέστερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό όργανο. Οι δυο στους τρεις γνωρίζουν πώς να παίξουν κάποιο μουσικό όργανο.[7]

Στο μεταγενέστερο έργο του Description ο Στέφανος ντε Λουζινιάν περιγράφει με περισσότερη λεπτομέρεια την αγάπη των Κυπρίων για τη μουσική:

Τους αρέσει… να παίζουν το λαούτο και αγαπούν σθεναρά τη μουσική… δεν βρίσκεται σχεδόν κανένας ευγενής που να μη γνωρίζει τέλεια την τέχνη της ωδικής και του λαούτο, και οι κυρίες να παίζουν την άρπα.  Ο λαός, δηλαδή οι αστοί και άλλοι χαμηλότερης στάθμης, μετά από το φαγητό πάντα πάνε στους κήπους τους για ψυχαγωγία, επιδιδόμενοι στα παιχνίδια και στο χορό.  Έχουν εξάλλου μια φυσική κλίση προς την ποίηση, την οποία συντάσσουν οι ίδιοι χωρίς να έχουν ωστόσο καμία τέχνη ή επινόηση.  Τραγουδούν επίσης πολύ γλυκά και με ωραία φωνή .  Για τις περιπτώσεις όταν κάποιος πεθαίνει έχουν ορισμένα λυπηρά και συμπονετικά τραγούδια, και διαφοροποιούν τη φωνή τους ανάλογα με την περίσταση… [8]

Η δημοτική μουσική της Κύπρου την περίοδο αυτή εκπλήσσει τον ερευνητή με τον πλούτο και την ποικιλία των μορφών του δημοτικού της τραγουδιού: ακριτικά τραγούδια και παραλογές, μοιρολόγια, νανουρίσματα και ταχταρίσματα, θρησκευτικά τραγούδια, ρίμες, πολλά τραγούδια με κεντρικό πυρήνα τον κύκλο τραγουδιών του γάμου και ποικιλία από χορευτικές μελωδίες, από τις οποίες πολλές είναι ενόργανες, παίζονται δηλαδή μόνο από όργανα, ενώ άλλες ακολουθούνται από στοίχους στην διάλεκτο του νησιού. Η Κυπριακή μουσική παράδοση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και το όργανο που συνοδεύει τους τραγουδιστές ήταν η φλογέρα, το πιδκιαύλι, ο ταμπούρας , η ταμπουτσιά και τα σφυρίγματα. Με την πάροδο του χρόνου όμως προστέθηκε το λαούτο και αργότερα το σολιστικό βιολί.

Από τη φραγκοκρατούμενη και αργότερα ενετοκρατούμενη Κύπρο δεν απουσιάζουν επίσης και οι μιμητές, οι παλιάτσοι και οι ταχυδακτυλουργοί. Οι ηθοποιοί του μεσαίωνα φαίνεται επίσης να εντάσσονται στην κατηγορία αυτή. Οι άνθρωποι αυτοί πλαισίωναν τα κατώτερα στρώματα και εντάσσονταν σε μια ξεχωριστή, περιθωριακή ομάδα κάτι το οποίο οι πηγές τις εποχής βεβαιώνουν. Για παράδειγμα ένα από τους κανόνες των πρακτικών της εκκλησιαστικής συνόδου που πραγματοποιήθηκε επί εποχής του Λατίνου αρχιεπισκόπου Λευκωσίας Ούγου de Fagiano απαγορεύεται ρητά οι κληρικοί «να παρευρίσκονται στις παραστάσεις μιμητών, παλιάτσων και ηθοποιών»[9]. Η παρουσία ταχυδακτυλουργών στην Κύπρο αντανακλάται και στις Ασσίζες της Χαμηλής Αυλής που όπως προαναφέρθηκε αφορούσαν τα αστικά στρώματα.  Οι αναφορές στο δικαίωμα ενός γονέα να αποκληρώσει τα παιδία του αν «ο υιός ή και η θυγατέρα συναγελάζοντα με ταχυδακτυλουργούς και ο υιός γίνει ταχυδακτυλουργός»[10].  Ως εκ τούτου μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε πια ήταν η θέση των καλλιτεχνών αυτών στην κοινωνία και ποιες οι  αντιλήψεις των Κυπρίων για το ήθος των γελωτοποιών, των ταχυδακτυλουργών και των ηθοποιών.

Έπειτα γνωρίζουμε και για την ύπαρξη ενός θρησκευτικού θεάτρου το οποίο σχετιζόταν με το καθολικό δόγμα στο νησί. Το συγκεκριμένο θέατρο διασώζετε σε κυπριακά χειρόγραφα στα ελληνικά και σχετίζεται με την αναπαράσταση των παθών κατά την Μεγάλη Εβδομάδα. Η ύπαρξη ελληνικής μετάφρασης θέτει σαφώς ερωτήματα για το κατά πόσο τέτοιες θρησκευτικές πρακτικές δοκιμάστηκαν και από τον ορθόδοξο κλήρο.  Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πολλά.

Τάβλι

Το γνωστό σε όλους μας επιτραπέζιο παιχνίδι το οποίο είναι συνδεδεμένο με τις ώρες χαλάρωσης και ψυχαγωγίας του ελληνισμού, φαίνεται πως έχει τις ρίζες του στο μεσαίωνα, αν όχι και αρχαιότερα. Στο χρονικό του Γεώργιου Βουστώνιου αναφέρεται πως όταν ο Έκτωρ των Κιβιδών, ο υποκόμης της Λευκωσίας, επισκέφθηκε τον Ιάκωβο, τον εξώγαμο αδερφό της βασίλισσας Καρλόττας τον βρήκε να παίζει τάβλι μαζί με τον Σιλουάνη, τον βικάριο του λατινικού καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία και ανιψιό του πρώην βασιλιά Ιανού.[11]

Η σχετική αναφορά για την Κύπρο αν και μεμονωμένη φανερώνει την ιστορική ύπαρξη και διατήρηση του παιχνιδιού. Φυσικά, αν και η αναφορά αυτή μας δίνει αυτοπεποίθηση για την ύπαρξη του παιχνιδιού, ο βαθμός διάδοσής του παραμένει δυστυχώς άγνωστος. Πάντως, στο Μεσαίωνα, το παιχνίδι ήταν αρκετά γνωστό στην Ευρώπη και είχε αποκτήσει δική του ονομασία και φήμη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο είναι σημειωτέο ότι παρά τη δημοτικότητά του, το τάβλι κατά περιόδους απαγορεύτηκε ή κατακρίθηκε από την Εκκλησία σε κάποιες χώρες, καθώς είχε χαρακτήρα τυχερού παιχνιδιού.

 

Τάβλι από τον 14ο αι. μ.Χ.

Κυβεία και τυχερά παιχνίδια

Η προσήλωση και η αγάπη των Κυπρίων για τέτοιου είδους μορφές ψυχαγωγίας είναι κατανοητή από την πληθώρα απαγορεύσεων και καταδίκων που εξέδιδε συχνά η Λατινική εκκλησία της Κύπρου σε διάφορες συνόδους που έλαβαν χώρα στο νησί. Συγκεκριμένα, οι εκάστοτε αρχιεπίσκοποι αποδοκίμαζαν συχνά τους κληρικούς οι οποίοι αποδίδονταν στην κυβεία  και στα τυχερά παιχνίδια. Οι ενασχολήσεις αυτές πρέπει να συνδέονταν και με άλλες απαγορευμένες συνήθειες, όπως η έλευση σε ταβέρνες, η κατανάλωση κρασιού και η μέθη.   Όμως οι Κύπριοι δεν δίσταζαν να ενασχολούντο με τα τυχερά παιχνίδια και στα σπίτια τους όπως γίνεται κατανοητό από την παρακάτω αναφορά του Λατίνου αρχιεπίσκοπου Λευκωσίας το 1251 ο οποίος καταδίκασε τους ιερωμένους που «δημοσίως ανέχονται και διατηρούν τυχερά παιχνίδια στις οικίες τους».[12]

Έπειτα άλλη μια σημαντική πληροφορία, το 1298, είναι πως στην επαρχιακή σύνοδο της Λεμεσού, ο Λατίνος επίσκοπος Νικόλαος της Πάφου και ο Λατίνος επίσκοπος Bernard της Λεμεσού  αφορίστηκαν από τη Λατινική εκκλησία της Κύπρου αφού όπως αναφέρουν τα πρακτικά τηρούσαν «στις οικίες τους κυβεία».[13]

Όσο για τις προτροπές της εκκλησίας προς τον υπόλοιπο πληθυσμό και  κυρίως στους φτωχούς λαϊκούς ανθρώπους, σώζονται ορισμένες αναφορές για εξομολόγηση και επιστροφή των χρημάτων που είχαν κερδίσει στα τυχερά παιχνίδια ώστε να τους δοθεί άφεση αμαρτιών. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως νομοθεσία της Αυλής της Βουργεσίας δεν απαγόρευε τέτοιου είδους δραστηριότητες στου λαϊκούς ανθρώπους. Οι αλλεπάλληλες προτροπές και συμβουλές της εκκλησίας φανερώνουν πως τα τυχερά παιχνίδια και η κυβεία ήταν αγαπητές ασχολίες της μάζας, η οποία φαίνεται να αγνοούσε κατ’ επανάληψη τις αντιλήψεις της εκκλησίας σχετικά με το θέμα.

Πορνεία

Το φαινόμενο του αγοραίου έρωτα στο νησί απαντά σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο που μας απασχολεί όπως φανερώνει ο μεγάλος αριθμός πηγών για το εν λόγω θέμα. Όπως και στην περίπτωση της κυβείας, του τζόγου και της κατανάλωσης υπερβολικής ποσότητας κρασιού, πρώτος φορέας με σοβαρές αντιρρήσεις υπήρξε πάντοτε η εκκλησία. Η πληθώρα εκκλησιαστικών πηγών τόσο από τον καθολικό όσο και από τον ορθόδοξο κλήρο σε συνδυασμό με τις αναφορές του Στέφανου Ντε Λουζινιάν στα δύο του έργα, σκιαγραφούν μια κοινωνία γεμάτη φιληδονία και λαγνεία που επιδιδόταν συχνά στο αγοραίο και εξωσυζυγικό έρωτα.  Μάλιστα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ πως οι απαγορεύσεις δεν αφορούν μόνο τους λαϊκούς αλλά συχνά ήταν τα περιστατικά που αφορούσαν κόλπους του κλήρου και των δύο δογμάτων. Από τις σωζόμενες σχετικές αναφορές των εκκλησιαστικών συνόδων αλλά της νομοθεσίας, φαίνεται πως η πορνεία στην Κύπρο υπήρξε διασπασμένη σε δύο κατηγορίες: τις παλλακίδες και τις ιερόδουλες ή εταίρες.

Ήδη από την αρχαία ελληνική γραμματεία η παλλακή διακρινόταν σημασιολογικά από την πόρνη και την εταίρα. Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως παλλακεία ορίζεται η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία, όμως, συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση (affectio maritalis). Οπότε παλλακίδες ουσιαστικά θα πρέπει να θεωρήσουμε τις ερωμένες με τα σημερινά δεδομένα οι οποίες δέχονταν δώρα και κάποιο είδος διατροφής από τους εραστές τους. Σε αναφορές τις εποχής φαίνεται πως έπαιρναν τις γυναίκες αυτές μαζί τους στις σκηνές τους στην εξοχή κατά τη διάρκεια του κυνηγιού. Από την άλλη, όταν κάνουμε λόγο για ιερόδουλες πιο πιθανόν ο όρος να αφορά τις γυναίκες που ασκούσαν τέτοιου είδους ασχολίες επαγγελματικά σε οίκους ανοχής και δέχονταν καθορισμένα ποσά ως μισθούς από τους επισκέπτες τους.

Οι ιερόδουλες της Λευκωσίας αναφέρονται στο χρονικό του Βουστρώνιου, όταν κατά την επίσκεψη της Αικατερίνης Κορνάρο στη Λευκωσία, ο υποκόμης της πρωτεύουσας έδωσε εντολή να φύγουν από την πόλη και να συγκεντρωθούν στο χώρο για τις καμήλες, το λεγόμενο καμηλαρίο.[14]

Μεσαιωνικό μπάνιο συνοδευόμενο από γυναίκες

Ο Στέφανος ντε Λουζινιάν στο Chorograffia μας κατατοπίζει σχετικά με τη φύση των Κυπρίων και την αγάπη τους προς τις πόρνες:

               Εξάλλου όλοι τους από κοινού είναι εκ φύσεως θερμόαιμοι, και για αυτό βρίσκεται τους ποιητές και άλλους συγγραφείς να περιγράφουν την Κύπρο ως νήσο παραδιδόμενη στην ηδονή. Οι κάτοικοι επομένως είναι θερμόαιμοι, φιλήδονοι και πάρα πολύ ερωτόληπτοι, ωστόσο πάντοτε εκτιμούν την εντιμότητα και το ήθος. Αν δεν είχαν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά τότε θα ήταν πράγματι πολύ εκφυλισμένοι, έχει περισσότερους οίκους ανοχής εδώ παρά σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, προς τα εκεί τους αποκλίνει η φύση, ο αέρας και τα χαρακτηριστικά αυτού του τόπου. Αυτό άλλωστε δεν ισχύει μόνο για τους ντόπιους κατοίκους, ακόμη και οι ξένοι κάτοικοι έχουν τις ίδιες κλίσεις.[15] 

Θα πρέπει να μας απασχολήσει το κατά πόσο οι αναφορές αυτές είναι απόλυτα αξιόπιστες ή όχι, μιας και ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει συχνά την τάση να υπερβάλλει. Πάντως παραδέχεται πως τέτοιου είδους ασχολίες έρχονταν σε αντίθεση με το ήθος των Κυπρίων.   Για τους μεγάλους αριθμούς οίκων ανοχής στο νησί και πάλι θα πρέπει να γίνει έλεγχος και άλλων πηγών. Πάντως τι είναι σίγουρο είναι το γεγονός πως ο αγοραίος έρωτας υπήρξε μια από τις αγαπημένες μορφές διασκέδασης των κατοίκων του νησιού, καθολικών και ορθοδόξων, λαϊκών και κληρικών.

Συμπεράσματα

Σε κάθε περίπτωση οι μορφές ψυχαγωγίας του νησιού, πήραν ένα χαρακτήρα διαχρονικό αφού εφαρμόζονταν καθ΄ όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου, από τα τέλη του 12ου αι μέχρι και τα τέλη του 16ου αι.[16]  Οι πλείστες συνεχίζονται μέχρι και σήμερα,  γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως ένα ξεκάθαρο τεκμήριο της πολιτισμικής συνέχειας του τόπου.

Οι διάφορες μορφές διασκέδασης και ψυχαγωγίας στο νησί ποικίλουν ανάλογα με την εθνότητα, το δόγμα αλλά και ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες των διάφορων κοινωνικών ομάδων του νησιού.  Από την πλευρά τους οι Λατίνοι από την αρχή αντιλήφθηκαν πως για την επιβίωση και την αρμονική τους παραμονή στο νησί θα έπρεπε να συγκεράσουν τις διαφορές τους με τους κατοίκους του νησιού, όχι ταξικά αλλά σε ζητήματα συμβίωσης και καθημερινής επαφής. Θέλοντας και μη το modus vivendi που υιοθετήθηκε έκανε εφικτή την περατότητα σε ζητήματα πολιτισμού, γλώσσας, τέχνης, ψυχαγωγίας και διασκέδασης.

Βιβλιογραφία

  • Estienne de Lusignan, Description de toute l’isle de Chypre, Παρίσι 1580, επανεκτύπωση Λευκωσία
  • Filippo da Novara, Guerra di Federico II in Oriente (1223-1242), επιμ. S. Melani, Νεάπολη, 1994.
  • Lusignan, Lusignan’s Chronograpy and Brief General History of the Island of Cyprus (A.D. 1573), English trans. O. Pelosi [ Sources for the History of Cyprus X], Altamont, NY, 2001.
  • Lusignano S., Chorograffia et breve historia universal dell’ Isola de Cipro principiando al tempo dei Noe per in fino al 1572, Bologna 1573, επανεκτύπωση Λευκωσία
  • The Synodicum Nicosiense and other documents of the Latin Church of Cyprus, 1996-1373, επιμ. C. Shabel, Λευκωσία 2001.
  • Aσίζαι του βασιλείου των Ιεροσολύμων και της Κύπρου, εκδ. K. Σάθας, Mεσαιωνική Bιβλιοθήκη – Bibliotheca graeca medii aevi ,τόμ. Στ΄, Bενετία – Παρίσι, 1872-1894.
  • Λεοντίου Mαχαιρά, Xρονικό της Kύπρου. Παράλληλη διπλωμα­τική έκδοση των χειρογράφων, επιμ. Pieris and A. Nicolaou-Konnari, Λευκωσία, Cyprus Research Centre, 2003.
  • Kugle Κ., « The Repertory of the Manuscript Torino, Biblioteca Nazionale J.II.9, and the French Tradition of the 14th and Early 15th Centuries» στο The Cypriot-French Repertory of the Manuscript of Torino J.II.9, επιμ. Ursula Gunther καιFinscher, Neuhausen-Stuttgart 1995.
  • Nicolaou-Konnari A. and Schabel C.,επιμ., Cyprus: Society and Culture, 1191–1374 , Brill, 2005
  • Αριστείδου Α., «Το κυνήγι με γεράκια στην Κύπρο από την αρχαιότητα μέχρι την Τουρκοκρατία», Επετηρίς Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧΧ (1993-1994)
  • Κουρέας Ν. «Μεσαιωνική Κύπρος», στο Εν χορδαίς και οργάνοις, Διασκέδαση και Ψυχαγωγία στην Κύπρο από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Τράπεζας Marfin Laiki, 2008.
  • Παπανικόλα- Μπακιρτζή Δ., «Γεράκια και γερακάρηδες σε κυπριακά μεσαιωνικά εφυαλωμένα αγγεία», στα Πρακτικά του B΄ Διεθνούς Κυπρολογικού Συνεδρίου, τόμος Β΄, επιμ. Θ. Παπαδόπουλλου και Β. Εγγλεζάκη, Λευκωσία 1985-87.

 

 

[1] Ήδη από τον 13ο αι, η γαλλική ιστοριογραφία στο νησί με κύριο εκπρόσωπο τον Φίλιππο της Νοβάρας, θα χρησιμοποιήσει τον όρο Chriprois για να ονομάσει το σύνολο του πληθυσμού που κατοικούσε στο νησί.  Από εδώ μάλλον δανείζεται τον 15ο αι. ο Λεόντιος Μαχαιράς τον όρο Κυπριώτης. Τέτοιου είδους όροι αποτελούν ξεκάθαρο τεκμήριο της πολιτισμικής μείξης που υφίστατο το νησί ανεξαρτήτως γλωσσικών, ταξικών και θρησκευτικών διαφορών των ανομοιογενών πληθυσμιακών ομάδων.

[2] Ν. Κουρέας, σελ.88.

[3] Παύλος  Φλουρέντζου, Τα τσέχικα οδοιπορικά και η Κύπρος, Λευκωσία, 1977, σελ.33.

[4] Ελληνική παράφραση του εγγράφου παρουσιάζει ο Κ.Δ. Μέρτζιος, «Έργα και ημέραι του Βιτζέντζου Κορνάρου», Παρνασσός (1962), σσ.225-258.

[5] Steffano Lusignano, Chorograffia et breve historia universal dell’ Isola de Cipro principiando al tempo dei Noe per in fino al 1572, Bologna 1573, επανεκτύπωση Λευκωσία 2004, σελ 85 [197]

[6] K. Kugle, « The Repertory of the Manuscript Torino, Biblioteca Nazionale J.II.9, and the French Tradition of the 14th and Early 15th Centuries» στο The Cypriot-French Repertory of the Manuscript of Torino J.II.9, επιμ. Ursula Gunther και L.Finscher, Neuhausen-Stuttgart 1995, σσ. 152-153

[7] S. Lusigniano, Chorograffia, σελ. 85 [197].

[8] Estienne de Lusignan, Description de toute l’isle de Chypre, Παρίσι 1580, επανεκτύπωση Λευκωσία 2004, σελ. 221 [461].

[9]  The Synodicum Nicosiense and other documents of the Latin Church of Cyprus, 1996-1373, επιμ. C. Shabel, Λευκωσία 2001, σσ.92-95.

[10] Aσιζαι του βασιλεiου των Ιεροσολύμων και της Κύπρου, έκδ. K. Σάθας, Mεσαιωνική Bιβλιοθήκη – Bibliotheca graeca medii aevi ,τόμ. Στ΄, Bενετία – Παρίσι, 1872-1894, κεφ.228.

[11] Ν. Κουρέας, σελ.106.

[12] C. Schabel, σσ. 136-137.

[13] C. Schabel, σσ. 192-193.

[14] Ν. Κουρέας, σελ.117.

[15] Lusigniano, Chorograffia, σελ. 84a [196].

[16]  Ν.Κουρέας, «Μεσαιωνική Κύπρος», στο  Εν χορδαίς και οργάνοις, Διασκέδαση και Ψυχαγωγία στην Κύπρο από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Τράπεζας Marfin Laiki, 2008, σελ. 86.