Της Μαρίας Χριστοδούλου

Το άρθρο αποτελεί προδημοσίευση εκτενέστερης εργασίας που θα δημοσιευτεί περί τα τέλη Δεκεμβρίου στο 3ο τεύχος του 4μηνιαίου περιοδικού «Η Δέλτος».

Λάρνακα, η κοσμοπολίτισσα

Η Σκάλα του 19ου αιώνα ήταν το κοσμοπολίτικο λιμάνι της Κύπρου και απέπνεε ευρωπαϊκό αέρα.[2] Το 1872 δεκατρείς χώρες διατηρούσαν προξενεία ή υποπροξενεία στη Λάρνακα: η Αυστρία, η Αμερική, το Βέλγιο, η Δανία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα, η Ολλανδία, η Ιταλία, η Πρωσία, η Ρωσία, η Ισπανία και η Σουηδία, με τα πιο πολλά από αυτά να υπάρχουν από το 17ο αιώνα.[3] Μετά το 1878 κάποια από τα προξενεία μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία, όπου βρισκόταν και η έδρα του Ύπατου Αρμοστή. Το Ελληνικό υποπροξενείο – έπειτα προξενείο – παρέμεινε στη Λάρνακα μέχρι και το 1917-1918, οπότε και μετέφερε την έδρα του στη Λευκωσία, αναβαθμισμένο πλέον σε Γενικό Προξενείο.[4] Ο προξενικός θεσμός «έφτασε στο απόγειο του το 18ο και 19ο αιώνα, οι οποίοι αποτελούν τη χρυσή προξενική περίοδο».[5] Κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1900) η Ελλάδα είχε αντιπροσωπευτεί στην Κύπρο με οκτώ πρόξενους και έξι υποπρόξενους.

Ηλείας Βασιλειάδης

Διορίστηκε υποπρόξενος στις 24 Απριλίου 1876 και παρέμεινε στη συγκεκριμένη θέση μέχρι και τα τέλη Ιουλίου 1880.[6] Στο Ελληνικό προξενικό γραφείο της Λεμεσού βρισκόταν ο Δ. Π. Μαυρομιχάλης, από τον Απρίλιο του 1876 μέχρι και το Μάρτιο του 1879, με τον κατά διαστήματα αναπληρωτή του Γ. Σ. Μενάρδο. Στη συγκεκριμένη περίοδο, εντάσσεται και η θητεία του Ι. Π. Βοντιτσιάνου, ο οποίος ήταν προξενικός πράκτορας της Γερμανίας στη Λεμεσό για δέκα χρόνια, από το Μάρτιο του 1870 μέχρι και τον Ιούλιο του 1880.[7]

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Βασιλειάδης κατηγορήθηκε από τον Αρχιγραμματέα της Αγγλικής αποικιοκρατικής διοίκησης Warren (1879-1891), με αφορμή τις «Εν Λεμησσώ διαδηλώσεις»,[8] ως επικεφαλής του κινήματος για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, την οποία παρακινούσε ο Σύλλογος «Ισότητα» της Λεμεσού. Συγκεκριμένα, ο Warren, στις 5 Απριλίου 1879 έγραφε πως «το σωματείον τούτο επιθυμεί να εισαγάγη την ελληνικήν γλώσσαν, δι’ αυτών δε, επί κεφαλής τον Έλληνα πρόξενον εχόντων, παρασκευάσθη κίνημα τι διαδηλώσεως υπέρ της ενώσεως μετά της Ελλάδος. Η τάξις αύτη θα ήτο επικίνδυνος, εάν είχον να σαγηνεύσωσι δυσηρεστημένον λαόν».[9] Το όνομα του Βασιλειάδη συνέχισε να συνδέεται με το σωματείο «Ισότητα» και την ηγεσία του κινήματος διαδηλώσεως υπέρ της ένωσης μέχρι και τη λήξη της θητείας του στο νησί.

Αίαντας Ν. Καραβίας

Ο Ηλίας Βασιλειάδη μεταφέρθηκε ως υποπρόξενος στη Λεμεσό και ο Αίαντας Ν. Καραβίας διορίστηκε Πρόξενος τον Ιούλιο του 1880.[10] Ήταν η χρονιά κατά την οποία το Ελληνικό υποπροξενείο της Λάρνακας αναβαθμίστηκε σε προξενείο και το γραφείο της Λεμεσού έγινε υποπροξενείο. Στο αρχείο του Γαλλικού προξενείου στη Λάρνακα βρέθηκε η ανακοίνωση της ανάληψης των καθηκόντων του Καραβία. Στις 31 Ιουλίου 1880 ο Αίας Ν. Καραβίας, γόνος επιφανούς οικογενείας από την Ιθάκη, με καταγωγή από τους Καλλέργηδες της Κρήτης, έγραφε: «Λαμβάνω την τιμήν να σας αναγγείλω ότι έλαβον κατοχήν της θέσεως μου εν τη ιδιότητι του προξένου της Α. Ελλην. Μεγαλειότητος».[11] Ο Καραβίας διετέλεσε πρόξενος της Ελλάδας για το πολύ μικρό χρονικό διάστημα των έξι μηνών, οπότε και δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσουμε αξιοσημείωτες αναφορές για τη θητεία του.

Φιλώτας Δ. Ισχόμαχος

Γεννημένος το 1845, ο Φιλώτας Δ. Ισχόμαχος, πήρε μέρος στην Επανάσταση της Θεσσαλίας, το 1878 ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Στη συνέχεια ακολούθησε τη διπλωματία, ως εξελεγμένος βουλευτής Λαρίσης. Αυτοκτόνησε το 1900, αφού είχε καταστραφεί οικονομικά. Κατά την περίοδο 1881-1882 διετέλεσε πρόξενος της Ελλάδας στη Λάρνακα. Ο διορισμός του έγινε στις 30 Νοεμβρίου.[12] Υποπρόξενος κατά την ίδια περίοδο διετέλεσε ο Γεώργιος Β. Μώρος, από τις 20 Οκτωβρίου 1881,[13] μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1882.[14]

Κατά τη θητεία του Ισχόμαχου υπήρξαν έντονες εκδηλώσεις του ενωτικού κινήματος, κυρίως στη Λάρνακα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Αύγουστο του 1881, όταν στο χωριό Λεύκαρα «μετά πανηγυρικήν εν υπαίθρω συνάθροιση, σύμπας ο άρρην πληθυσμός υπέγραψεν δήλωσιν καθ’ ην η ευδαιμονία της Κύπρου έγκειται εν τω ενώσει αυτής μετά της Ελλάδος».[15] Συνέπεια αυτού ήταν ο ίδιος ο Κυβερνήτης να απευθυνθεί στον Έλληνα πρόξενο, ρωτώντας τον εάν υποκίνησε το επεισόδιο, για να πάρει την απάντηση πως «επιμελώς [ο πρόξενος] απίφυγε πάσαν μετοχήν εν πολιτικαίς ραδιουργίαις» και παρά το γεγονός πως «ουδεμίαν αυτός αποφαίνεται γνώμην, δεν βλέπει διατί οι Κύπριοι δεν δικαιούνται να επιστέλλωσιν ικετήριους αναφοράς προς τον Μέγαν Αρμοστήν». Κλείνοντας δεν παρέλειψε να αναφέρει πως κατά τα φαινόμενα «απέτυχεν όλως η απόπειρα του κυβερνήσαι των Κυπρίων άνευ της συμμετοχής των Κυπρίων».[16]

Ανδρέας Π. Ανάργυρος

Ο Ανάργυρος, με καταγωγή από τις Σπέτσες, διορίστηκε Πρόξενος τον Αύγουστο του 1882.[17] Είχε προηγουμένως διατελέσει πρόξενος της Ελλάδας στο Λιβόρνο και τη Μασσαλία.[18] Παρέμεινε πρόξενος στη Λάρνακα μέχρι και το θάνατο του, το 1888, Κατά το διάστημα των έξι αυτών χρόνων τον υποπρόξενο Τσιμπουράκη διαδέχτηκε ο Ιωάννης Γ. Καλούτσης.[19]

Στις 24 Δεκεμβρίου/5 Ιανουαρίου 1888 η Φωνή της Κύπρου αναδημοσίευσε άρθρο της Ελληνικής Ακρόπολις: «Προσεχώς δια το προξενείον της Λάρνακος εν Κύπρω ορίζονται δύο έδραι, η νυν εν Λαρνάκι και εν Λευκωσία, τη πρωτευούση της νήσου. Το μέτρον τούτο ήτο αναγκαίον καθόσον εν Λευκωσία είνε αι κεντρικαί αρχαί της Κύπρου, εκεί δε μέχρι τούδε δεν υπήρχεν ελληνική αντιπροσωπεία».[20] Το Ελληνικό υποπροξενείο στη Λεμεσό έθεσε τέλος στις εργασίες του το Φεβρουάριο του 1888, με την προαγωγή του τελευταίου υποπρόξενου Καλούτση σε πρόξενο της Ελλάδας στην Αλβανία, και με το αρχείο του να μεταφέρεται στη Λάρνακα.

Ο Ανάργυρος απεβίωσε στις 19 Μαΐου/1 Ιουνίου 1888, ενώ βρισκόταν στη Λευκωσία, ασθενής.  Η κηδεία του τελέστηκε στη Λάρνακα, όπου και παρευρέθηκαν ο διοικητής της πόλης, Cobham και λοιπές προξενικές αντιπροσωπίες.

Τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη γλαφυρότητα τα συναισθήματα των Κυπρίων προς τους πρόξενους, από το άρθρο «Τα Ελληνικά Προξενεία», στην Σάλπιγγα, με ημερομηνία 8/20 Ιουνίου 1892

Ιωάννης Κυργούσιος

Ο Ιωάννης Κυργούσιος, ο οποίος εκτελούσε μέχρι τότε καθήκοντα γραμματέως α’ τάξεως στην Ελληνική πρεσβεία της Ρώμης, διορίστηκε ως διάδοχος του Ανάργυρου τον Αύγουστο του 1888.[21] Το Μάιο του 1889, ο Κυργούσιος ήταν ο πρώτος εν Κύπρω πρόξενος που, με βασιλικό διάταγμα, προβιβάστηκε σε Γενικό Πρόξενο,[22] αφού το προξενείο της Λάρνακας προάχθηκε σε Γενικό προξενείο.[23] Στις αρχές Αυγούστου αναχώρησε από την Κύπρο για την Αθήνα, με αναρρωτική άδεια[24] από την οποία δεν επέστρεψε ποτέ.[25]

Γουλιέλμος Φοντάνας

Στις αρχές Ιανουαρίου 1891 κατέφθασε στο νησί ο Φοντάνας, ο οποίος, σύμφωνα με την Αλήθεια, διακρινόταν από ποικίλες ικανότητες και μεγάλη φιλοπατρία, ενώ διέπρεψε στο Πόρτ-Σάιντ, στο Γαλάζι και τη Βιτωλοία.[26] Ο συγκεκριμένος «εμερίμνησε περί της υγιούς και ελληνοπρεπούς παιδεύσεως της Κυπριακής νεολαίας, μεγάλως συντελέσας είς την ίδρυσιν αξιόλογου Παρθεναγωγείου και λαμπρού ιδιωτικού Λυκείου».[27] Όταν τον Απρίλιο του 1892 διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τον αναπλήρωσε ο Γεώργιος Μαυροϊδης. Τον Ιούλιο του 1892 με Βασιλικό Διάταγμα έγινε γνωστή η απόφαση για την έδρα του Ελληνικού προξενείου, η οποία μεταφέρθηκε στη Λεμεσό. Αυτό σήμαινε ότι ο εν Λάρνακι Έλληνας πρόξενος θα μπορούσε να διαμείνει και στην πόλη της Λεμεσού για όσο επιθυμούσε.[28]

Κωνσταντίνος Δ. Πανουριάς

Αφού ο Φοντάνας μετατέθηκε στη Βηρυτό, ο Κωνσταντίνος Δ. Πανουριάς, δικηγόρος, δόκιμος προξενικός υπάλληλος[29] και τέως πρόξενος α’ τάξεως στις Σέρρες,[30] διετέλεσε πρόξενος της Ελλάδας στην Κύπρο για δύο γεμάτα χρόνια, από το Σεπτέμβριο του 1892, μέχρι και το Νοέμβριο του 1894. Σημαντική εξέλιξη – για τους Έλληνες της Κύπρου –  που έλαβε χώρα κατά τη θητεία του Πανουριά ήταν η αναγνώριση του εν Λευκωσίας Ελληνικού Γυμνασίου της Κύπρου ως ομότιμου με τα δημόσια Γυμνάσια του Ελληνικού Βασιλείου. Ο Πανουριάς μετατέθηκε σε πιο υψηλόβαθμη θέση, στην Τύνιδα.[31] Αναχώρησε το Νοέμβριο, οπότε και τον διαδέχτηκε ο Γεώργιος Φιλήμων, τέως Έλληνας πρόξενος στα Ιεροσόλυμα.

Γεώργιος Φιλήμων

Ο τελευταίος Έλληνας πρόξενος στην Κύπρο κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας ήταν ο Γεώργιος Φιλήμων, η θητεία του οποίου ξεκίνησε από το Νοέμβριο του 1894 και έληξε το Μάρτιο του 1900, με το διορισμό του Μ. Μπέτσου. Μόλις δύο μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 1895, ο Φιλήμων αποφάσισε να διαθέσει χρηματικό ποσό, χορηγημένο από την Ελληνική κυβέρνηση «εις ανέγερσιν των εν Λεμησσώ παθόντων εκ της πλημμύρας οικοδομημάτων, άτινα εχρησίμευον ως σχολεία»,[32] ούτως ώστε να δημιουργηθούν ευκαιρίες μάθησης και για τις φτωχότερες οικογένειες. Στις εκδηλώσεις της Λεμεσού για τους εορτασμούς της 25ης Μαρτίου χαιρέτησε την πρωτοβουλία των Ελλήνων «εν τη θελκτική ταύτη γωνία του ελληνισμού, μετ’ αδόλου εθνικής χαράς», και συνέχισε: «αυτήν (την εθνική πεποίθηση), αδελφοί, καλλιεργήτ’ εν τη συνειδήσει Σας, αυτήν φίλοι λατρεύετε, αυτήν θεοποιείτε, τέκνα της ποθούσης μητρός».[33]

Στις απαρχές του Ελληνοτουρκικού «Ατυχούς» Πολέμου, το Μάρτιο του 1897, ο Έλληνας πρόξενος προσφώνησε και χαιρέτησε δημοσίως τους Κύπριους εθελοντές, γεγονός που έστρεψε τα βλέμματα των Άγγλων αποικιοκρατών προς το πρόσωπο του. Ο Φιλήμων ήταν εκείνος που, περισσότερο από όλους, έκανε περισσότερο αισθητή την παρουσία του στο νησί, μη χάνοντας ευκαιρία να επαινέσει τους Κυπρίους για τους αγώνες τους υπέρ του έθνους. Ο αναπληρωτής του, Μ. Μπέτσος κατέφθασε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 1900.[34]

[1] Γιώργος Ιακώβου, Λάρνακα-Ματιές στο χθες, Λάρνακα 1996, σ. 37.

[2] Σταύρος Γ. Λαζαρίδης, Κύπρος 1878-1900: Μια ιστορική αναδρομή μέσα από γκραβούρες, Λευκωσία 1984, σσ. 182-183.

[3] Στο ίδιο.

[4] Κυριαζής, Ν. Γ., «Πρόξενοι και προξενεία εν Κύπρω», Κυπριακά Χρονικά, τομ. Ζ’, τχ. Γ’ (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1930), σ. 204.

[5] Γιώργος Γεωργής, Από τις Αλυκές στη Λάρνακα. Από το ΙΣΤ’ στο ΙΘ’ αιώνα (1570-1878), Αδημοσίευτο κείμενο, σ. 39.

[6] Κυριαζής, Ό.π., σ. 203 και Κυριαζής, Ν. Γ., «Προξενείον της Ελλάδος εν Κύπρω», Κυπριακά Χρονικά, τομ. Η’, τχ. 3 (Σεπτέμβριος 1931), σ. 227.

[7] Κυριαζής, «Πρόξενοι και προξενεία εν Κύπρω», Ό. π., σ. 205.

[8] Εφημερίδα Νέον Κίτιον, Λάρνακα 10/22 Μαΐου 1880.

[9] Φίλιος Ζαννέτος, Ιστορία της νήσου Κύπρου από της Αγγλικής κατοχής μέχρι σήμερον, τομ. Β’, Λάρνακα 1911, σ. 113.

[10] The Cyprus Gazette, τχ. 58, Λευκωσία 11 Σεπτεμβρίου 1880, σ. 65 και Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών 1880, Φάκελος 37/12, Κύπρου, Λάρνακα 19 Αυγούστου 1880, Αρχείο Γιώργου Γεωργή.

[11] Κυριαζής, «Προξενείον της Ελλάδος εν Κύπρω», Ό. π., σ. 227.

[12] Α. Υ. Ε. 1880, φάκ. 35/8. Εκθέσεις Προξενικών Αρχών. Έγγραφο με αριθμό 10449. Βασιλικό Διάταγμα, Λάρνακα 30 Νοεμβρίου 1880.

[13] Α. Υ. Ε. 1881, φάκ. 37. Προξενεία και Υποπροξενεία Ελλάδος. Αλληλογραφία υπουργείου μετά προξενικών αρχών και φάκ. 37/12. Αλληλογραφία με προξενικές αρχές Λάρνακος και Λεμεσού. Έγγραφο με αριθμό 163. Προτόκολον παραδώσεως θέσεως Ηλία Βασιλειάδη προς τον Γεώργιο Β. Μώρο, Λεμεσός 30 Οκτωβρίου 1881.

[14] Κυριαζής, «Πρόξενοι και προξενεία εν Κύπρω», Ό. π., σ. 205 και The Cyprus Gazette, τχ. 79, Λευκωσία 26 Νοεμβρίου 1881, σ. 130.

[15] Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 1/13 Αυγούστου 1881.

[16] Στο ίδιο.

[17] The Cyprus Gazette, τχ. 90, Λευκωσία 16 Σεπτεμβρίου 1882, σ. 218.

[18] Εφημερίδα Ένωσις, Λάρνακα 17/29 Ιουνίου 1888.

[19] Για όλα τα προαναφερθέντα ονόματα βλέπε Α. Υ. Ε. 1883, φάκ. Γ38/1. Εκτελεστήρια Προξένων. Έγγραφο με αριθμό 187. Επιστολή πρόξενου Α. Ανάργυρου προς το Υπουργείο Εξωτερικών, Λάρνακα 15 Νοεμβρίου 1883, φάκ. Γ34/9. Αναπληρώσεις Προξένων και Υποπρόξενων. Έγγραφο με αριθμό 115. Επιστολή υποπρόξενου Τσιμπουράκη προς το Υπουργείο Εξωτερικών, Λεμεσός 31 Μαΐου 1883. Α. Υ. Ε. 1884, φάκ. Γ44/2. Προτάσεις Διορισμού. Έγγραφο με αριθμό 58. Επιστολή υποπρόξενου Καλούτση προς το Υπουργείο Εξωτερικών, Λεμεσός 31 Μαΐου 1884, φάκ. 34/9. Περί Αναπλήρωσης Προξένων και Υποπρόξενων.

Έγγραφο με αριθμό 10449. Βασιλικό Διάταγμα, Λάρνακα 30 Νοεμβρίου 1880.

[20] Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 24 Δεκεμβρίου 1887/5 Ιανουαρίου 1888.

[21] Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 6/18 Αυγούστου 1888, Εφημερίδα Σάλπιγγα, Λεμεσός 25 Ιουλίου/6 Αυγούστου 1888, Εφημερίδα Κύπρος, Λάρνακα 4/16 Αυγούστου 1888 και Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 6/18 Αυγούστου 1888.

[22] Εφημερίδα Ένωσις, Λάρνακα 19/31 Μαΐου 1889.

[23] Επικυρώθηκε από τη Βασίλισσα Βικτώρια το Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου. The Cyprus Gazette, τχ. 297, Λευκωσία 4 Οκτωβρίου 1889, σ. 1446.

[24] Εφημερίδα Κύπρος, Λάρνακα 22 Ιουλίου/3 Αυγούστου 1889.

[25] Εφημερίδα Ένωσις, Λάρνακα 4/16 Μαΐου 1890 και Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 29 Ιουνίου/11 Ιουλίου 1890. Ο Κυγούσιος διορίσθηκε γραμματέας α’ τάξεως στην Ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη, περί τα τέλη του 1890.

[26] Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 31 Οκτωβρίου/12 Σεπτεμβρίου 1890.

[27] Εφημερίδα Σάλπιγγα, Λεμεσός 25 Μαΐου/6 Ιουνίου 1892.

[28] Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 2/14 Ιουλίου 1892.

[29] Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 2/14 Σεπτεμβρίου 1892.

[30] Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 17/29 Σεπτεμβρίου 1892.

[31] Εφημερίδα Ευαγόρας, Λευκωσία 11/23 Σεπτεμβρίου 1894.

[32] Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 30 Δεκεμβρίου 1894/11 Ιανουαρίου 1895.

[33] Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός 29 Μαρτίου/10 Απριλίου 1895.

[34] Εφημερίδα Ευαγόρας, Λευκωσία 1/13 Οκτωβρίου 190