Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Υπήρξε ένας από τους πιο δυναμικούς ηγέτες της κυπριακής πολιτικής σκηνής, ένας από τους πιο δραστήριους Δημάρχους της Λεμεσού και ένας από τους πιο γενναίους εθελοντές στρατιώτες των ελληνικών πολέμων. Ήταν ο Χριστόδουλος Σώζος από τη Λεμεσό, αγαπητός και σεβαστός σε όλους τους πολιτικούς κύκλους. Ο μοναδικός εν ενεργεία Δήμαρχος που έπεσε σε μάχη, ως απλός στρατιώτης.

Ο Χριστόδουλος Σώζος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1872. Ήταν ο μοναδικός γιος της πολυμελούς οικογένειας του Σώζοντος Λοΐζου και της Μαρίας Χ. Χατζηπαύλου, ανάμεσα σε άλλες εφτά αδελφές. Φοίτησε στην Ελληνική Σχολή της Λεμεσού και μόλις ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, σπούδασε στη Νομική Αθηνών. Πήρε το πτυχίθο του το 1892 και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1892 ως το 1898. Τότε ήταν που αποφάσισε να πολιτευτεί, κατόπιν των επίμονων προτάσεων του πολιτευτή Λεμεσού Ιωάννη Κυριακίδη.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 8 άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες

Ο Χριστόδουλος Σώζος με τις 7 αδελφές του, γνωστές ως «Σωζούδες»

Το 1901 εκλέχθηκε βουλευτής Πάφου-Λεμεσού για δύο περιόδους, από το 1901-1911 και το 1908 Δήμαρχος Λεμεσού, ένας τίτλος που τον ακολουθεί έως σήμερα στις μνήμες της Λεμεσού και της Κύπρου.

Ως δραστήριος πολιτικός δεν αρκέστηκε μόνο στα εσωτερικά αλλά ταξίδεψε και δύο φορές έως το Λονδίνο προκειμένου να αποκτήσει επαφές με τους αξιωματούχους του Υπουργείου Αποικιών και να συζητήσει τα κυπριακά προβλήματα.

Ο Χριστόδουλος Σώζος ήταν ένας από τους ικανότερους και πιο δυναμικούς πολιτικούς της εποχής του και σε αυτόν οφείλεται η κατάθεση και η έγκριθση από την πλειοψηφία του Νομοθετικού Συμβουλίου του πρώτου ενωτικού δημοψηφίσματος στην Κυπριακή Βουλή, το 1903.

Καινοτόμος όμως ήταν και ως Δήμαρχος, αφού σε αυτόν οφείλονται η δημουργία του Δημόσιου Κήπου, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης, η ίδρυση Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού, η κατασκευή προκυμαίας στην πόλη αλλά και η ίδρυση του Λαϊκού Ταμιευτηρίου Λεμεσού (στην οποία υπήρξε συνιδρυτής).

G.S.O0172.jpg

Ο βιογράφος του, Κλεόβουλος Ι. Μυριανθόπουλος (1953), αναφέρει πως τη 16η Απριλίου 1903 ο Μέγας Αρμοστής είχε συμπεριλάβει στο λόγο του τον ασαφή όρο για «δίκαιες αξιώσεις» του κυπριακού λαού. Ο Χρ. Σώζος σε παρέμβασή του τόνισε: «ίνα μη υπάρχει, κ. Πρόεδρε, ασάφειά τις και αμφιβολία περί την έκφρασιν των αισθημάτων, προτείνω όπως μετά την πρότασιν μέχρι ου αι δίκαιαι αυτού αξιώσεις προστεθώσι οι επόμενες λέξεις: ήτοι η εθνική αποκατάστασις διά της μετά της μητρός Ελλάδος ενώσεως». Το ψήφισμα εγκρίθηκε λόγω της απουσίας ενός από τους Τούρκους βουλευτές, γεγονός που θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία για την υπόθεση της Ένωσης

Η κρυφή φυγή

Στις 17 Οκτωβρίου 1912 αναχώρησε από το λιμάνι της Λάρνακας, μαζί με τον Μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη, τον βουλευτή Λάρνακας-Αμμοχώστου Ευάγγελο Χατζηιωάννου και μια ομάδα γιατρών και νοσοκόμων της Λευκωσίας, που παρουσιάστηκαν ως το «Σώμα του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού».

Μάλιστα, ο Χριστόδουλος Σώζος, όπως φαίνεται μέσα από τις επιστολές του, έφυγε κρυφά από την οικογένειά του, αφού γνώριζε πως η αντίδραση της συζύγου του θα ήταν αρνητική. Όντως, όπως αποκάλυψε ο Πελοποννήσιος πολιτευτής και φίλος του Φίλιος Ζαννέτος, σε μια ομιλία του το 1930, η οικογένεια του Σώζου του είχε ζητήσει με τηλεγράφημα να εμποδίσει την αναχώρηση του Χριστόδουλου από το λιμάνι της Κύπρου.

«Φεύγων δια τον πόλεμον, ένα ακαταμάχητον πόθον είχε, να ενδυθή την τιμίαν στολήν του στρατιώτου να οδηγηθή εις τα πεδία των μαχών και να πάρη το βάπτισμα του πυρός. Ο Πρωθυπουργός Βενιζέλος και άλλοι επίσημοι προσεπάθησαν να τον μεταπείσουν και να τοποθετηθη εις αλλάς εθνικάς εργασίας αλλ’ ουδέν ίσχυσε να μεταβάλη την θέλησιν και την άμετάκλητον απόφασίν του. Απηρνήθη τον Δικηγόρον, τον Δήμαρχον, τον Βουλευτήν, τον Έκτελεστικόν Σύμβουλον και τα άλλα αξιώματα και έγινεν απλούς στρατιώτης δια να υπηρέτηση την πατρίδα ως ήτο ο διακαής του πόθος, το όνειρο του.

Το μοναδικό «ρουσφέτι» που ζήτησε

Στις 23 Οκτωβρίου έφτασαν στην Αθήνα. Ευθύς αμέσως τους υποδέχτηκε ο πρωθυπουργός της χώρας, Ελευθέριος Βενιζέλος με δακρυσμένα μάτια. Ο πρωθυπουργός πρότεινε στον Δήμαρχο Σώζο τιμητική θέση στο επιτελείο του στην Αθήνα. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα διακινδύνευε τη ζωή του στο μέτωπο.

Ο Σώζος ωστόσο αρνήθηκε και απαίτησε να σταλεί ως απλός στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου και κατετάγη στο Α’ Σύνταγμα πεζικού του Διαδόχου.

Από την Αθήνα αναχώρησαν με ειδικό φύλλο πορείας στις 28 Οκτωβρίου 1912 χωρίς καν να υποστούν την ολιγοήμερη εκγύμναση και την 1η Νοεμβρίου 1912 έφθασαν μέσω Βόλου στη Θεσσαλονίκη. Όμως ο ίδιος επιθυμούσε διακαώς να παραστεί στα πεδία της μάχης. έτσι, μετά από διάφορα αιτήματα έλαβαν το βάπτισμα του πυρός στις 24 Νοεμβρίου 1912 όταν αποβιβάστηκαν στους Άγιους Σαράντα και μέσω Κέρκυρας έφτασαν στο Μπιζάνι.

Image result for μάχη στο μπιζάνι

Τη 18η Φεβρουαρίου 1905 στην προσφώνηση του Δούκα του Κόννωτ στην αποβάθρα της Λεμεσού αναφέρει: «Ελπίζομεν προ πάντων ότι η Αυτού Μεγαλειότητα ο Βασιλεύς θα ευδοκήσει να εισακούσει τους μυχίους πόθους των Κυπριακών καρδιών συνεχίζων ενδόξους και φιλελευθέρας Μητρικάς παραδόσεις» (Μυριανθόπουλος, 1951, σ. 9).

Εκεί όπου υπογράφηκε η τελευταία πράξη της ζωής του. Στις 6 Δεκεμβρίου ο μαχητικός Δήμαρχος Λεμεσού, Χριστόδουλος Σώζος, πυροβολήθηκε θανάσιμα στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία, κατά τη διάρκεια μιας πολύνεκρης μάχης.

Η εφημερίδα της Λεμεσού «Σάλπιγξ» είχε δημοσιεύσει την επιστολή του Σίμου Μενάνδου, συμμαθητή του Σώζου, στην οποία  ως αυτόπτης μάρτυρας, περιέγραφε τη στιγμή του θανάτου του.

«Ο Σώζος έπεσεν εμπρός μου. Εκ των 70 στρατιωτών της ενωμοτίας μου ελάχιστοι έμειναν άτρωτοι. Άλλοι εφονεύθησαν και άλλοι ετραυματίσθησαν. Οι νεκροί ετάφησαν αμέσως. Ο Σώζος επολέμησεν γενναιότατα, όταν είδε πλησιάσαντας εις τα χαρακώματά των τους Τουρκαλβανούς, ανεσηκώνετο και επυροβόλει όρθιος, τότε δε τον επήραν σφαίραι ταχυβόλου».

Η προτομή στα Γιάννενα

Η πόλη των Ιωαννίνων σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θυσία του στην απελευθέρωση της, έδωσε το όνομα του σε δρόμο της ενώ έστησε και προτομή του στις όχθες της ιστορικής λίμνης της.

Προς τιμή του έγραψε ποίημα ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης, τονίζοντας πως το μνήμα και το σώμα του ηρωικού Δημάρχου παραμένει άγνωστο και αγνοούμενο.

«Αν είμεθα ηγέται των υποδούλων λαών, οφείλομεν διά του παραδείγματός μας και της θυσίας μας να τους παιδαγωγώμεν, όπως και εκείνοι γίνωσιν άνθρωποι συναισθανόμενοι τα καθήκοντά των»

Σε μία από τις επιστολές του έγραφε: «…εις την Κύπρον το προδότης και πατριώτης είναι συνώνυμα και έχασαν και τα δύο την σημασίαν των σήμερον. Ο πολιτευόμενος σήμερον ονομάζεται πατριώτης, αύριον προδότης και μεθαύριον υπερπατριώτης».

Στο βίντεο που ακολουθεί μιλάει ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας, Πέτρος Παπαπολυβίου μιλάει στον Λάζαρο Μαύρο για τα 105 χρόνια από το θυσία του Δημάρχου Λεμεσού Χριστόδουλο Σώζου κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

Ολόκληρο το κείμενο βασίζεται στη μελέτη του Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορίας, κ. Πέτρου Παπαπολυβίου, από το βιβλίο του «Υπόδουλοι ελευθερωταί αδελφών αλυτρώτων – Επιστολές, Πολεμικά Ημερολόγια και Ανταποκτρίσεις Κυπρίων Εθελοντών από την Ήπειρο και τη Μακεδονία 1912-1913», Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1999.