Στις 18 Ιουλίου 2004 ο Π. και η Μ. αποφάσισαν να ταξιδέψουν εκτός Κύπρου με τις δύο ανήλικες κόρες τους. Όλα ήταν έτοιμα για την αναχώρηση, όμως μία έκτακτη δουλειά στην επιχείρηση του Π. ακύρωσε το ταξίδι, μεταφέροντάς το δυο μέρες μετά. Παρόλα αυτά ο Π. και η Μ. δεν θα ταξίδευαν ποτέ προς Αγγλία. Εκείνη τη μέρα ο εραστής της Μ. είχε άλλα σχέδια: μπορεί η Μ. να ζούσε ακόμη με τον σύζυγό της, όμως ο εραστής δεν μπορούσε να διανοηθεί πως θα πήγαιναν μαζί και σε ταξίδι αναψυχής. Για αυτό κατέστρωσε με τη Μ. ένα σχέδιο για να τον βγάλουν από τη μέση και να ζήσουν επιτέλους μαζί, «ευτυχισμένοι».

Εκείνη τη μέρα, μιας και ακυρώθηκε το ταξίδι, ο ανυποψίαστος Π. αποφάσισε να πάει σε ένα γάμο στην Αλάμπρα. Πριν τον γάμο είπε στον σύγαμπρό του πως θα συναντούσε μία ιδιότροπη πελάτισσα η οποία διαρκώς του άλλαζε την ώρα της συνάντησής τους. Στη συνάντηση με την πελάτισσα θα πήγαινε μόνος του όμως χωρίς τη Μ., αφού οι δυο τους αποφάσισαν να μείνει πίσω να προσέχει τις κόρες τους.

Η σύζυγός του που εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, τον τελευταίο καιρό φοιτούσε σε ένα κολλέγιο. Εκεί γνώρισε έναν Πακιστανό φοιτητή, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα. Ο έρωτας ήταν αμοιβαίος και η σχέση τους εκρηκτική. Η Μ. ένιωθε για πρώτη φορά σημαντική και τρισευτυχισμένη, αφού ο νεαρός της έγραφε συνέχεια ποιήματα και ερωτικά γράμματα. Το μόνο που τους εμπόδιζε από το να ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι, ήταν ο σύζυγος της Μ.. Ο Π. στο μεταξύ είχε μάθει για την παράνομη σχέση της γυναίκας του και διαρκώς της ζητούσε να διακόψει. Η Μ. όμως ήταν παράφορα ερωτευμένη. Δεν την ενδιέφερε καμία συνέπεια. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ζήσει με τον νεαρό σύντροφό της, αφού δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν.

Παράφορα ερωτευμένος όμως ήταν και 22χρονος Σ. Δεν άντεχε άλλο να σκέφτεται πως η Μ. κοιμόταν ακόμη με τον σύζυγό της και διαρκώς σκεφτόταν τρόπους να τον βγάλει από τη μέση.

Μέχρι που μια μέρα, η ίδια η Μ. του έδωσε τη λύση: θα τον σκότωναν και «επιμελώς» θα εξαφάνιζαν το πτώμα του. Ο Σ. δεν άργησε να δεχτεί. Έπεισε τον 23χρονο Κινέζο συγκάτοικό του και το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή. Θα γίνονταν όλα τη μέρα που ακυρώθηκε το ταξίδι του ζευγαριού.

Λίγο πριν το ραντεβού ο Π. που γνώριζε από καιρό για την παράνομη σχέση της συζύγου του, συμφώνησε με τη Μ. να συναντήσει τον Σ., γιατί όπως του είπε η ίδια «ήθελε να του μιλήσει». Μόλις ο Π. έφυγε από το σπίτι η M. δεν έχασε καιρό. Έτρεξε μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς, τηλεφώνησε στον Σ. και του ανακοίνωσε: «Έρχεται».

Ο Π. θεωρούσε πως θα συζητούσε με τον Σ. και αυτή η παράνομη σχέση θα τελείωνε. Ήθελε πάση θυσία να σώσει τον γάμο του. Ο Σ. όμως είχε άλλα σχέδια.

Τα πάντα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτων. Ο Π. χωρίς να καταλάβει τίποτα, μόλις κατέβηκε από το αμάξι δέχτηκε την επίθεση του Σ. και του συγκάτοικού του, που τον χτυπούσαν ασταμάτητα στο κεφάλι με σιδερολοστούς. Αιμόφυρτο τον έβαλαν στο πορτπαγκάζ του αυτοκινήτου τους και κίνησαν για το πάρκο Αθαλάσσας, για να εξαφανίσουν τα τεκμήρια.

Τότε άκουσαν τον Π. να αναπνέει βαθιά. Οι δύο άντρες του σφράγισαν το στόμα με κολλητική ταινία, ξεφορτώθηκαν τα εγκληματικά αντικείμενα και κατευθύνθηκαν σε ένα χωράφι. Άδειασαν πάνω στο αυτοκίνητο παγούρια με βενζίνη και αφού το πυρπόλησαν, χάθηκαν στο σκοτάδι. Γύρω στις 3 το πρωί η πυροσβεστική βρήκε το φλεγόμενο αυτοκίνητο και βρήκαν μέσα στο πορτπαγκάζ το απανθρακωμένο σώμα του Π..

Όταν την επόμενη μέρα οι ανακριτές κάλεσαν τη Μ., εκείνη τους είπε πως δεν γνώριζε που είναι το σπίτι του Σ.. Τελικά μετά από πολύ πίεση τους οδήγησε στο σπίτι του κι εκεί βρήκαν κηλίδες αίματος. Όταν ρωτήθηκε για ό,τι ξέρει, απάντησε «Εμένα είπε μου ότι εννα τον εχτυπήσουν μόνο για να ακυρώσουμε το ταξίδι μας στην Αγγλία, κάτι που δεν ήθελε ο Σ.».

Και οι τρεις τους κρίθηκαν ένοχοι για την δολοφονία του Π. Ο Σ. και ο συγκάτοικός του, ΜΠ. καταδικάστηκαν σε δια βίου φυλάκιση για την εκ προμελέτης δολοφονία. Η Μ. αρχικά καταδικάστηκε 8 χρόνια για ανθρωποκτονία αφού το δικαστήριο θεώρησε ότι δεν γνώριζε για την δολοφονία, αλλά πως είχε συνωμοτήσει για την πρόκληση σωματικής βλάβης στον Π. Μετά από έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, η ποινή της αυξήθηκε στα 12 χρόνια.

Η Μ. αποφυλακίστηκε το 2014. Ο Σ. και ο ΜΠ., αποφυλακίστηκαν μετά από αίτηση αποφυλάκισης 13 χρόνια μετά, στις 29 Δεκεμβρίου του 2017.