Ήταν 3 Δεκεμβρίου το 1960, γύρω στις 04:30 το απόγευμα, όταν το κουδούνι στην οικεία Π. στην Έγκωμη χτύπησε. Η 14χρονη Δέσπω έτρεξε να ανοίξει. «Ποιος είναι;», ρώτησε μέσα από το σπίτι η θεία και νονά της. Με τον σύζυγό της την είχαν «υιοθετήσει» στο σπίτι τους στη Λευκωσία για να μπορεί να φοιτά στο Γυμνάσιο Θηλέων του Κύκκου. Στην πόρτα ήταν ο Χ.Κ. και φυσικά του άνοιξαν την πόρτα. Ο επισκέπτης ήταν συγχωριανός της μικρής από το Διόριο και όταν του άνοιξε την πόρτα η Δέσπω, δεν φαντάστηκε ότι η επίσκεψή του δεν θα έβγαινε σε καλό.

«Δεν πέρασαν ούτε 5 δευτερόλεπτα»

«Δεν πέρασαν ούτε 5 δευτερόλεπτα από την ώρα που άνοιξε η Δεσπούλα την πόρτα όταν άκουσα τις κραυγές της. Έτρεξα στο χωλ και την είδα στο πάτωμα να παλεύει με τον Χ.Κ. ο οποίος την μαχαίρωνε στο στήθος. Δεν ήξερα τι να κάμω, έπεσα όμως πάνω του και του άρπαξα το μαχαίρι. Τότε βγήκε από την πόρτα και τρέχοντας φώναζε “Δεν επέθανεν ακόμη; Το ξέρω ότι έκαμα κακό”. Η Δεσπούλα μας βρισκόταν σε μια λίμνη από αίματα», είπε στην κατάθεσή της η θεία του θύματος που είδε το μακάβριο θέαμα, όταν ο επισκέπτης δολοφονούσε την ανιψιά της. Δίπλα από το σπίτι, μία ομάδα οικοδόμων εργαζόταν, όταν είδε τον ύποπτο να τρέχει. Ο επιστάτης της οικοδομής, που άκουσες τις φωνές της νεαρής τον κατεδίωξε με το αυτοκίνητό του. Στα 50 μέτρα τον είχε προλάβει. Τον ακινητοποίησε και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Στο μεταξύ, η 14χρονη Δέσπω υπέκυψε στα τραύματά της κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.

Φόνος εκ προμελέτης;

Το 1941 ο 52χρονος, Χ.Κ. είχε πέσει στη θάλασσα της Κερύνειας για να αυτοκτονήσει. Νοσηλεύτηκε για κάποιο διάστημα σε ψυχιατρική κλινική και πήρε εξιτήριο όταν οι γιατροί γνωμάτευσαν ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος νοσηλείας. Οι συγχωριανοί του έλεγαν πως για ένα μεγάλο διάστημα φαινόταν καλά. Καθόταν μαζί τους στο καφενείο, έπινε, έτρωγε, μίλαγε για το μέλλον χωρίς να φαίνεται άρρωστος. Ένα μήνα πριν το αποτρόπαιο έγκλημα άλλαξε. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μιλούσε στον εαυτό του, απέφευγε τους πάντες και ρωτούσε επανειλημμένα για τη Δέσπω. “Πάει μόνη της στο σχολείο ή τη συνοδεύουν;”». Μία εβδομάδα πριν ρώτησε και την ίδια τη θεία της νεαρής.

«Άκουσα ότι κάνεις ωραία μαχαίρια»

Ένας από τους μάρτυρες που κατέθεσαν στη δίκη, ήταν ο Σιαμπέτας από τη Λάπηθο οποίος έφτιαχνε μαχαίρια. Κάποια μέρα πριν το έγκλημα, τον επισκέφθηκε ο δολοφόνος της Δέσπως και του είπε: «Άκουσα ότι κάνεις ωραία μαχαίρια και θέλω να μου κάνεις ένα καλό για να κόβω τυρί, ψωμί». «Το θέλεις μυτερό;», τον ρώτησε ο τεχνίτης και ο δολοφόνος ένευσε καταφατικά. Η δίκη συνεχίστηκε για αρκετό καιρό και καταθέσεις έδωσαν και δύο ψυχίατροι, οι οποίοι αποφάνθηκαν πως ο κατηγορούμενος Χ.Κ. που υπέφερε από μελαγχολία είχε πλήρη επίγνωση των πράξεων του. Ο ίδιος μίλησε μόνο πριν την ετυμηγορία του δικαστηρίου.

«Το μασιαίριν που εβρήκεν η αστυνομία το αγόρασα από ένα κατάστημα της Λευκωσίας. Το είχα πάντα πάνω μου για κάθε περίσταση. Πολλές φορές έστελνεν με ο μάστρος μου στο Λήδρα Πάλας να φέρω εφημερίδες και είχα το πάνω μου για τους Τούρκους. Άλλες φορές όταν έμπαινα στη Λευκωσία εφοούμουν άμπα και πιάσει με η αστυνομία και πάλε εκουβάλουν τον. Δυο-τρεις μήνες πριν από τον φόνο, επέταξα το κάτω που τη γέφυρα των Αγίων Ομολογητών. Την ημέρα του φόνου εξανάπιασα το κι επήα στο σπίτι του κ. Π. να τον ρωτήσω αν έχει καμιά δουλειά για τον γιο μου. Όταν εχτύπησα την πόρτα άνοιξεν μου η Δεσπούλα και είπεν μου πως έννεν μέσα ο θκειος της. Εμαράζωσα τζιαι τζείντην ώρα ένιωσα πως κάποιος με εχτύπησε πας στην κεφαλή και εμανικώθηκα να του επιτεθώ. Μετά εν αθυμούμαι τι έγινε».

Ο Χ.Κ. καταδικάσθηκε σε θάνατο διά απαγχονισμού, τελικά όμως η ποινή του μετετράπη σε ισόβια κάθειρξη.