Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Ήταν 05:30 το πρωί και ήχησαν πάλι οι σειρήνες. Στράφηκα και τη ρώτησα πως ένιωσε όταν άκουσε κι αυτή σειρήνες. «Ποιες σειρήνες;», μου απάντησε. «Μακάρι να άκουγα σειρήνες. Εγώ σηκώθηκα και είδα από το μπαλκόνι μου τις βόμβες. Μου το ‘χε πει ο πατέρας μου, πέντε μέρες πριν “Εν να μας πιαν οι Τούρτζιοι κόρη μου, σήκου να φύουμε”. Δεν τον πίστεψα». Έτσι άρχισε η αφήγηση της μητέρας μου.

Τον Ιούλιο του 1974, η Ανδρούλλα Σατραζάμη από το Κάρμι της Κερύνειας ήταν 18 χρονών. Μαζί με τη μητέρα της Μαρούλλα, τον πατέρα της Ηλία και τον 15χρονο αδελφό της Νίκο, γνήσιοι Καρμιώτες γέννημα-θρέμμα, περνούσε το τελευταίο της καλοκαίρι ως μαθήτρια στην Κερύνεια. Η ζωή ήταν υπέροχη. Το Κάρμι, ένα αμιγώς ελληνικό χωριό, άγριο και καταπράσινο, βρισκόταν χωμένο στις πλαγιές του Πενταδακτύλου. Λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά η θάλασσα της Κερύνειας και ο Πενταδάχτυλος, έκαναν όλες τις εποχές να φαντάζουν μοναδικά υπέροχες.

Στη φωτογραφία η οικογένεια Σατραζάμη από το Κάρμι. Ο πατέρας Ηλίας, η μητέρα Μαρούλα και η κόρη τους Ανδρούλα.

Δυο μήνες πριν την εισβολή, η Ανδρούλλα είχε αποφοιτήσει από το Λύκειο Κερύνειας, παίρνοντας μαζί της ένα άριστο απολυτήριο, βραβεία και υποτροφίες. Με τον πατέρα της είχε κατέβει στην πόλη για τα τελευταία ψώνια. Γέμισε τις βαλίτσες της με νέα ρούχα και βιβλία. Το όνειρό της να σπουδάσει στη Φιλοσοφική Αθηνών θα γινόταν πραγματικότητα και πλέον το μόνο που έμενε ήταν να απολαύσει τις τελευταίες καλοκαιρινές μέρες στην αγαπημένη της Κερύνεια. Εκείνη την Κερύνεια, που τους έφερε.

Το Λύκειο Κερύνειας σε εκδρομή λίγο πριν το 1974. Η Ανδρούλλα Σατραζάμη με τη φωτογραφική μηχανή στα αριστερά

Το όνειρό της πραγματοποιήθηκε, οι γεμάτες βαλίτσες όμως έμειναν πίσω μαζί με όλο τους το βιος, που αρνήθηκαν να πάρουν μαζί τους. Δεν ήξερε ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο της καλοκαίρι στο Κάρμι της.

«Θα επιστρέφαμε. Αυτό πιστεύαμε και για αυτό δεν πήραμε τίποτε. Η μάμα μου έσκαψε κι έκρυψε λεφτά και ασημικά. Αφού ξανάγινε το ‘63, τότε που οι Τουρκοκύπριοι κατέλαβαν τον Άγιο Ιλαρίωνα. Φύγαμε για λίγο και επιτρέψαμε. Έτσι νομίζαμε και το ’74. Ήταν αλλιώς όμως. Δεν επιστρέψαμε».

«Παπά κάμε τους να σταματήσουν»

«Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γιορτάζαμε στο παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Πηγαίναμε όλοι οι Καρμιώτες, οι Τριμιθιώτες, οι Αηγιωργήτες και παίρναμε μέρος στην πανήγυρη. Μετά κατηφορίζαμε στη θάλασσα. Εκείνη, την αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Από το ’74 δεν ξαναγιορτάσαμε τον Προφήτη. Στις 05:30 τα ξημερώματα ξύπνησα από έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Έτρεξα στο μπαλκόνι. Είδα τους καπνούς στην Κερύνεια. Άρχισα να τσιρίζω. Γύρισα κλαμένη στον πατέρα μου και τον παρακαλούσα “Παπά κάμε τους να σταματήσουν, κάμε τους!”. Ο πατέρας μου ήξερε τι θα γινόταν. Ήξερε τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου απ’ εξώ. Το περίμενε. “Μπόρω εγώ κόρη μου να τους κάμω να σταματήσουν;”. Οι βόμβες έπεφταν βροχή παντού. Η ζωή μας έγινε από τη μία στιγμή στην άλλη εφιαλτική. Εκείνο το πρωινό ο πατέρας μου έφυγε προς τον αγαπημένο του Προφήτη, εκεί που κάποτε γιόρταζε, και ζήταγε όπλο από έναν ξάδελφό μου στρατιώτη. “Θκειε, όπλα εν εχουμε να δώκουμε στους στρατιώτες, που να σου δώκουμε εσένα;”. Δεν τον ξαναγιορτάσαμε τον Προφήτη μας. Δεν ξαναγιόρτασε ο πατέρας μου το όνομά του.

Το Κάρμι το 1950
Φωτογραφία: Reno Wideson

Μείναμε έτσι κάμποσες μέρες. Δεν κοιμόμουν, δεν έτρωγα. Τρως με τέτοιο τρόμο πάνω από το κεφάλι σου; Δεν τρως. Ντυνόμουν σαν γριά, φοβόμουν κι εγώ και οι άλλες οι κοπέλες του χωριού μην μας βιάσουν. Έμπαιναν οι Τούρκοι στα σπίτια, έβρισκαν τα λάδια και τα χύνανε πάνω στα προικιά. Άλλες φορές έβγαζαν μαχαίρια και κατέστρεφαν τα κάδρα, πότε τον Γρίβα και πότε τον Μακάριο».

 «Το χέρι του Θεού»

Την ίδια μέρα οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό και μάζεψαν τους άντρες. Μεταξύ αυτών και ο 15χρονος αδελφός της Νίκος.

«Ήρθαν μας μάζεψαν και μας έβαλαν σε κάτι φορτηγά, που φόρτωναν χαλίκια. Ήταν τόση η ζέστη που κυριολεκτικά αν καθόσουν στην καρότσα, έλιωνε το σώμα σου. Μας έδεσαν τα μάτια και ούτε ξέραμε που πηγαίναμε. Ένας θείος μου, που κατέληξε αιχμάλωτος στα Άδανα μου είπε “Νίκο πε τους ότι είσαι 12 χρονών να σε αφήσουν ελεύθερο”. Κάποια στιγμή ένα χέρι με τράβηξε και έπεσα από το φορτηγό.

Τα αδέλφια Ανδρούλλα και Νίκος Σατραζάμη

Όταν μου άνοιξαν τα μάτια, ήμασταν στο Μπογάζι με κάτι υπερήλικες κι άλλα μωρά. Μας επέστρεψαν στο χωριό και βρήκα την αδελφή μου ντυμένη σαν γριά. Φόραγε μαύρα και είχε καλύψει το κεφάλι της με τσεμπέρι. Να μην τη δουν, να μην τη βιάσουν. Κάποιες μέρες κρυβόταν σε σπηλιές μαζί με άλλες γυναίκες. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε με τους άλλους πιτσιρικάδες του Καρμιού να κατεβάσουμε την τουρκική σημαία που φόρτωσαν στην εκκλησιά μας. Ευτυχώς, μας απέτρεψε ο γερο-Κουτσογιώργης “Άμπα τζιαι γελαστείτε τζιαι κάμετε έτσι πράμα, εν να μας σφάξουν ούλλους”. Κάναμε έτσι 20-25 μέρες εγκλωβισμένοι στο χωριό. Μέχρι σήμερα δεν ξέρω ποιος με τράβηξε. Εγώ το λέω “το χέρι του Θεού”».

Τελικά, λίγο πριν τη δεύτερη εισβολή τα Ηνωμένα Έθνη μάζεψαν όλους τους κατοίκους και τους πήρανε στο Λήδρα Πάλας. Πριν κατέβουν από τα λεωφορεία οι καταδρομείς πρόταξαν τα όπλα τους, γιατί φοβήθηκαν μην ακολουθούν τα λεωφορεία των εγκλωβισμένων Τούρκοι στρατιώτες.

«Ήρθεν ο πατέρας μας και μας παρέλαβε. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε η προσφυγιά. Κι ακόμη δεν τελείωσε».

*Στη φωτογραφία εξωφύλλου η Ανδρούλλα Σατραζάμη σημαιοφόρος του Γυμνασίου Κυρηνείας. Ήταν η τελευταία που κράτησε το λάβαρο πριν οι Τούρκοι αιχμαλωτίσουν και το σχολείο.