Ήταν πέντε μόνο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα της 22ης Σεπτεμβρίου, όταν στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, όπου κρατούνταν οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, άνοιξε η καταπακτή. Έξω από τις φυλακές πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να αποχαιρετήσει τους μελλοθάνατους: ήταν οι Ανδρέας Παναγίδης, Μιχαήλ Κουτσόφτας και Στέλιος Μαυρομμάτης.

Ανδρέας Παναγίδης, ο πατέρας

Μόλις 22 ετών και πατέρας ενός αγοριού και δύο κοριτσιών, ο Ανδρέας Παναγίδης είχε ορκιστεί στην ΕΟΚΑ, μαζί με τον φίλο του Μιχαήλ Κουτσόφτα. Καταγόταν από το Παλιομέτοχο και εργαζόταν ως μάγειρας στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Έντιμος και περήφανος, μια μέρα ένας Βρετανός βρήκε στην τσάντα του μια ελληνική σημαία. Τότε, γεμάτος περιφρόνηση, την άρπαξε και την υπέδειξε στον Παναγίδη, ζητώντας του να του σκουπίσει τα παπούτσια με αυτήν.

Η υποτιμητική αυτή κίνηση προς τη σημαία, δεν άρεσε καθόλου στον Ανδρέα Παναγίδη και εκνευρισμένος τον χτύπησε άγρια.

Την επόμενη μέρα, μαζί με τον Μιχαήλ Κουτσόφτα και τον μικρότερο της παρέας, Παρασκευά Χοιροπούλη, αποφάσισαν να κλέψουν τα όπλα και να απαγάγουν τον Άγγλο φρουρό.

Είχαν αποφασίσει να τον ανταλλάξουν με τον Χαρίλαο Μιχαήλ ή τον Ανδρέα Ζάκο. Πάνω στη συμπλοκή ένας Βρετανός σμηνίας, ο Πάτρικ Τζον Χέιλ, τραυματίστηκε θανάσιμα.

Οι τρεις τους συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα κρατητήρια Ομορφίτας. Ο Παρασκευάς λόγω νεαρού ηλικίας γλίτωσε τη θανατική ποινή όχι όμως οι άλλοι δύο.

Ο Παρασκευάς Χοιροπούλης που αντέδρασε στην απόφαση των δύο αγωνιστών, να σωθεί και να μην απαγχονιστεί ο «μικρός» είχε απαντήσει: «Γιατί ρε εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;».  Όταν ο Παναγίδης τον αντίκρισε του είπε:

«Παρασκευά, δεν θέλω να μαραζώνεις διότι θα μας κρεμάσουν.[…] Θέλω να πεις ότι δεν χάσαμε το θάρρος μας, αλλά βαδίσαμε με το κεφάλι ψηλά προς την αγχόνην, διότι η Ελευθερία χρειάζεται θυσίας. Πεθαίνω μόνο για ένα σκοπό. Δεν θα δω την Κύπρον ελεύθερη, αλλά προσέφερα το αίμα μου για να την δουν οι νέες γενεές της Κύπρου ελεύθερη».

Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο αριστερός

Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας γεννήθηκε στο Παλιομέτοχο στις 12 Νοεμβρίου 1934. Αποφοιτώντας από το Δημοτικό του Παλιομετόχου εργαζόταν σε νηματουργείο ως βαφέας. Με την έναρξη τουαγώνα προσφέρθηκε να υπηρετήσει στις τάξεις της ΕΟΚΑ. Λόγωόμως της αριστερής ιδεολογίας του, αλλά και του ότι ήτανορφανός από πατέρα και είχε τη μικρή του αδελφή ανύπανδρη, υπήρχαν επιφυλάξεις. Τελικά η σταθερή και αμετακίνητη επιμονήτου έπεισε τον ιερέα Παλαιομετόχου Παπά Λευτέρη να τον ορκίσει.

Μαζί με τον Ανδρέα Παναγίδη, φίλοι αχώριστοι, πραγματοποίησαν την πρώτη τους δράση: πήραν μία ελληνική σημαία και μαζί με τους συνομήλικούς του, μάζεψαν το χωριό και έκαναν παρέλαση. Στο τέλος, κρέμασαν τις σημαίες στους ευκαλύπτους του χωριού. Οι Βρεττανοί στρατιώτες κατέβασαν τις σημαίες, όμως την επόμενη ημέρα αντίκρυσαν πάλι τις γαλανόλευκες να κρέμονται από τα ψηλά δέντρα. Οι Βρετανοί τις αφαιρούσαν, οι νεαροί τις κρεμούσαν πάλι.

Τόση ήταν η επιμονή τους που κάποια στιγμή αποφάσισαν να αλείψουν τα δέντρα με γράσο και να καρφώσουν καρφιά. Για αυτό και οι Άγγλοι απελπισμένοι πια από το πείσμα των νεαρών, ξερίζωσαν τα δέντρα.

Ο απαγχονισμός του Καραολή και του Δημητρίου αναστάτωσαν τονΚουτσόφτα τόσο πολύ που εγκατέλειψε τη δουλειά του και για μερικές μέρες κατόπτευε το αεροδρόμιο Λευκωσίας, όπου στάθμευαν Άγγλοι στρατιώτες, αναζητώντας τόπο και τρόπο να ανταποδώσει το πλήγμα. Σε συμβουλές της μάνας του να προσέχει, απάντησε :

«Για την ελευθερία της Κύπρου μας όλοι ανοίξαμε τα στήθη, μητέρα»

Στην τελευταία επίσκεψη που είχε στις φυλακές ο  Μιχαήλ Κουτσόφτας, έλεγε στους γεμάτους αγωνία συγγενείς του: «Εγώ είμαι υπερήφανος που πεθαίνω για την πατρίδα. Το ίδιο να είστε και εσείς και να μη μαραζώνετε…». Όσοι ήταν παρόντες, μαρτυρούν ότι έγινε ο ακόλουθος διάλογος μεταξύ του μελλοθάνατου νέου και της τραγικής μητέρας του:

«Μάνα, αν είσαι Ελληνίδα, μην κλάψεις, γιατί ο γιος σου δεν είναι για κλάματα. Ο γιος σου τραβάει για τη δόξα και την τιμή».

Σκουπίζοντας τότε εκείνη τα δάκρυά της και συγκρατώντας την ανείπωτη οδύνη της, του λέει

«Είμαι υπερήφανη για σένα γιε μου. Σε γέννησα για την πατρίδα και σε δίνω στην πατρίδα».

Στέλιος Μαυρομάτης, ο εκτελεστής

Ο Στέλιος Μαυρομάτης εκτελέστηκε την ίδια μέρα με τους Παναγίδη και Κουτσόφτα με διαφορά μισής ώρας. Γεννημένος στις 15 Νοεμβρίου 1932 στον Λάρνακα της Λαπήθου, και τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο στο χωριό του και την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία. Εργάστηκε για δυο χρόνια στον αγγλικό στρατό στο Σουέζ και στη συνέχεια εργαζόταν στο αγγλικό αεροδρόμιο Λευκωσίας ως γραφέας μέχρι τη σύλληψή του.

Ήταν μέλος της επιτροπής των σωματείων ΣΕΚ και ΘΟΙ στο χωριό του, στην ίδρυση των οποίων πρωτοστάτησε ο πατέρας του.

Με την έναρξη του αγώνα εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και πήρε μέρος σε επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον αεροπλάνων των Άγγλων. Συνέβαλε επίσης ουσιαστικά στη συλλογή των κυνηγετικών όπλων από ιδιώτες στην περιοχή Λευκωσίας. Έδρασε ιδιαίτερα στην περιοχή των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, την οποία οι Άγγλοι είχαν ονομάσει «μίλι του θανάτου».

Μεταξύ των συνεργατών του ήταν και ο δεύτερος ξάδελφός του, Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στενοί συνεργάτες του στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς και στη φιλοξενία και φυγάδευση καταζητουμένων προσώπων ήταν και οι γονείς και τα αδέλφια του.

Σε μια ανεπιτυχή επίθεση του ιδίου και των δυο συναγωνιστών του εναντίον του Βρετανού σμηνία Νόρμαλ Άλφρεντ και του αεροπόρου Λώρενς Ληθ της βρετανικής βασιλικής αεροπορίας στην οδό Αγίου Παύλου στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, ο Στέλιος Μαυρομμάτης ανακόπηκε κατά την αποχώρηση από Άγγλο κάτοικο της περιοχής και συνελήφθη από τους δυο Άγγλους, όπου και οδηγήθηκε στην αγχόνη την 21η Σεπτεμβρίου.

Ο Στέλιος Μαυρομμάτης στο κύκνειο άσμα του, ένα γράμμα προς την οικογένεια του λίγες ημέρες πριν τον κρεμάσουν , λέει μεταξύ άλλων: «Δεν θέλω μοιρολόγια και Θρήνους… θέλω να ξέρετε πως ο γιος και αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, κρατώντας μέχρι τέλους τον όρκο τον ιερό που έδωσε: να θυσιαστεί για χάρη της ελευθερίας της Κύπρου».

Μετά την εκτέλεση του, στη διάρκεια ερευνών που διεξήγαγαν τα Αγγλικά στρατεύματα κατοχής στο πατρικό του σπίτι, η 27χρονη αδελφή του Μαρία, πυροβολήθηκε στη σπονδυλική στήλη από σφαίρα και έζησε το υπόλοιπο του βίου της σε αναπηρική καρέκλα.

Το τελευταίο τρίτο του απαγχονισμού

Οι τρεις αγωνιστές πέρασαν στην αθανασία το 1956. Εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, χωρίς να γνωρίζει τη δική του μοίρα, έγραφε ένα ποίημα αφιερωμένο στους τρεις συναγωνιστές τους, το οποίο ονόμασε «Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού».

Την επόμενη ημέρα έγραφε στη φίλη του Λύα Χατζηαδάμου για το περιστατικό: «είναι ένας εξάδελφός μου […] ελπίζω να τον συναντήσω σύντομα».

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ήταν ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε έξι μήνες μετά.