Σήμερα, αν επισκεφθεί κανείς το Μουσείο Επιστημών του Λονδίνου, ανάμεσα στα εκθέματα θα δουν και ένα πόδι, το οποίο ανήκει σε έναν Κύπριο εθελοντή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πίσω από το περίεργο «έκθεμα» υπάρχει μία ιστορία τραγική, γεμάτη από ηρωισμό και αυτοθυσία.

Κύπριοι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο 

Δυο χρόνια μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1916, η βρετανική αποικιοκρατική διοίκηση του νησιού, δημιούργησε ειδικό σώμα των έμμισθων ημιονηγών, ως μέρος του βρετανικού στρατού που έπαιρνε μέρος στον «Μεγάλο Πόλεμο». Στο σώμα στρατολογήθηκε ένα πολύ υψηλό ποσοστό «μουλάρηδων» όπως έμειναν γνωστοί οι ημιονηγοί της Κύπρου, περί τις 10-12 χιλιάδες άνδρες. Πολλοί από αυτούς είχαν πάρει μέρος είτε στον Μακεδονικό Πόλεμο είτε στους Βαλκανικούς κατέχοντας μια κάποια εμπειρία στα πολεμικά πεδία. Ήταν και άλλοι όμως, που δεν είχαν πολεμήσει ποτέ και δεν φοβήθηκαν να πάρουν μέρος.

Ο Αγαθοκλής με την οικογένειά του

Πολλοί επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς, άλλοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πεδία μάχης. Κάποιοι επέστρεψαν πίσω στην Κύπρο, ωστόσο, έχοντας τραυματιστεί πολύ σοβαρά. μια τέτοια ήταν και η ιστορία του εθελοντή ημιονηγού, Αγαθοκλή Χατζηχριστοδούλου.

Ο Αγαθοκλής Χατζηχριστοδούλου, γόνος μίας πολυμελούς αγροτικής οικογένειας γεννήθηκε στον Πολύστυπο της επαρχίας Λευκωσίας, ένα μικρό ορεινό χωριό της περιοχής Τροόδους στο κέντρο της Κύπρου το 1901. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του. Ήταν παιδί ζωηρό, έξυπνο, δραστήριο, φιλότιμο, εργατικό, αθλητικός τύπος και με προσωπικότητα.

Ο Αγαθοκλής Χατζηχριστοδούλου με τη σύζυγό του Φαίδρα (Λούλλα)

Με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ενχτάθηκε στο Βρετανικό Σώμα ημιονηγών (Macedonian Mule Corps) ως ημιονηγός με αριθμό μητρώου 10020 μαζί με τους αδελφούς του, τον Γεώργιο και τον Πέτρο, όπου προωθούνται στο Μακεδονικό Μέτωπο, στη γραμμή Δοϊράνης.

Ήταν τότε που το ψύχος της εποχής προκάλεσε κρυοπαγήματα τέτοιου βαθμού, που οι γιατροί προκειμένου να τον σώσουν του έκοψαν και τα δύο πόδια.

Προσπαθώντας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της δύσκολης ζωής του, ο Αγαθοκλής επέστρεψε στην Κύπρο και αρχικά εργάστηκε ως τηλεφωνητής σε διάφορες Κρατικές Υπηρεσίες.

Κουτσός, ποιητής και τσαγκάρης

Ωστόσο, ο Αγαθοκλής δεν το έβαζε κάτω. Με τη βοήθεια φίλων και συγγενών αλλά και τη στήριξη του βρετανικού κράτους, κατάφερε να εξασφαλίσει τεχνητά πόδια για να μπορεί να κινείται κάπως υποφερτά. Ταυτόχρονα, γράφει ποιήματα και καταφέρνει να γίνει ένας καταξιωμένος Κύπριος ποιητάρης το 1920.

Ο Αγαθοκλής μπορεί να μην είχε δικά του πόδια και να κινείτο με ψεύτικα, αυτό ωστόσο δεν τον εμπόδισε από το να ασχοληθεί με την τέχνη του υποδημαοτποιού και να φτιάχνει παπούτσια για άλλους ανθρώπους.

Το συνθετικό πόδι του Αγαθοκλή Χατζηχριστοδούλου

Το 1940 γνώρισε και τη γυναίκα του Φαίδρα (Λούλλα) από του Μόρφου της Κύπρου. Καρπός του γάμου τους ήσαν δύο όμορφα κορίτσια, η Μάρω και η Τασούλα.

Παρά την τραγική εμπειρία που βίωσε στον Α’Π.Π. και του στοίχισε τη χαρά του να περπατά με τα δικά του πόδια, όταν ξέσπασε ο Β’ Π.Π. ο Αγαθοκλής προσπάθησε να βρει κάθε δυνατό τρόπο για να στηρίξει την Ελλάδα στον πόλεμο.

Έδωσε το παρόν του στον «Μεγάλο Πόλεμο» και παρά τα ανεπανόρθωτα τραύματά του, βρήκε το θάρρος και το κουράγιο να συνεχίσει την στήριξη του δια της πέννας και γράφει:

Με ξένα πόδια περπατώ, τα φυσικά μου λείπουν περικαλώ τους φίλους μου να μην με εγκαταλείπουν. Εις τον στρατόν μου κόψασιν τα πόδια εμένα και περπατώ πάνω στην γην σήμερον με τα ξένα.

Αγαπητοί μου Έλληνες πάρτε και αναγνώστε κι αν είναι για την πληρωμήν ότι αγαπάτε δώστε. Εγώ αυτό δεν το καμα χρήματα να κερδίσω αλλ’ όσον χρήμα μαζευθή στο έθνος θα δωρίσω.

Πλήρης εμπειριών και μ την ευτυχία της οικογένειάς του, πέθανε το 1964.

Πηγή: europeana