Στις 29 Αυγούστου 1972 ένας άντρας ξύπνησε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου νοσηλευόταν μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του και τον θάνατο της εγκυμονούσας γυναίκας του. Έξω από το δωμάτιο περίμενε ένας αστυνόμος για να λάβει κατάθεση. Μετά από δέκα λεπτά ένας άγνωστος πληροφοριοδότης τηλεφώνησε στην αστυνομία για να καταγγείλει ένα έγκλημα που είχε δει. «Οδηγούσα στον δρόμο Μύρτου-Μόρφου, όταν ξαφνικά είδα τέσσερις εθνοφρουρούς να χτυπάνε έναν άντρα δεμένο στον κορμό ενός δέντρου. Λίγα μέτρα πιο κάτω είδα ένα αυτοκίνητο». Αυτές ήταν και οι μόνες πληροφορίες που έδωσε, οι οποίες ταίριαζαν απόλυτα με την κατάθεση του ξυλοδαρμένου άντρα. Ωστόσο, λίγη ώρα αργότερα μια τρίτη μαρτυρία ανέτρεψε όλα τα δεδομένα για το άγριο και μυστηριώδες έγκλημα της Κερύνειας.

 

Η κατάθεση του συζύγου

Όταν ο τραυματισμένος άντρας ξύπνησε στο Γενικό Νοσοκομείο, η πρώτη ερώτηση που έκανε ήταν αν ζει η σύζυγός του. Η αρνητική απάντηση του αστυνομικού ήρθε σαν καταπέλτης. «Η 22χρονη σύζυγός σας δεν τα κατάφερε. Ούτε και το 8 μηνών παιδί που έφερε στην κοιλιά της». Ο δολοφόνος της κοπέλας την είχε σκοτώσει, χτυπώντας με μια πέτρα μανιωδώς το κεφάλι της. Ξεσπώντας σε κλάματα, απαρηγόρητος ο σύζυγος και χήρος άρχισε να εξιστορεί στον αστυνόμο τα γεγονότα.

«Είχαμε πάει σε μία βάφτιση στη Μονή του Κύκκου. Όπως συνηθίζεται μείναμε στο τραπέζι μετά το μυστήριο και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε σπίτι μας γύρω στα μεσάνυχτα. Ένα μίλι έξω από το Διόριος, στη δασώδη περιοχή “Μαχάνια”, τέσσερις ένοπλοι άγνωστοι άντρες μας σταμάτησαν και μου ζήτησαν να τους μεταφέρω στο Τρόοδος, διότι υπέστη βλάβη το αυτοκίνητό τους. Αρνήθηκα με τη δικαιολογία πως η σύζυγός μου ήταν έγκυος και έπρεπε να πάμε σπίτι όπου μας περίμενε ο δίχρονος γιος μας. Οι τέσσερις εθνοφρουροί με υποχρέωσαν να κατέβω από το αυτοκίνητο, με έδεσαν στο δέντρο κι άρχισαν να με χτυπάνε. Μετά έχασα τις αισθήσεις μου».

Η ανατροπή στις έρευνες

Παρόλα αυτά, ο αστυνόμος που λάμβανε τις καταθέσεις, συνειδητοποιούσε πως κάτι δεν ταίριαζε στην όλη ιστορία. Τις υποψίες του επιβεβαίωσε ο «άγνωστος πληροφοριοδότης», που κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων «κελάηδησε» την αλήθεια και αποδείχθηκε πως ήταν ο δεύτερος δολοφόνος της 22χρονης κοπέλας.

Οι δύο άντρες είχαν συμφωνήσει να σκοτώσουν την έγκυο γυναίκα, αφού ο σύζυγός της είχε ερωτευτεί την πρώην μνηστή του εργοδότη του και τρελαμένος από τον έρωτά του για τη νέα κοπέλα, δεν άντεχε άλλο να ζει με τη σύζυγό του, όπως είχε εκμυστηρευτεί στον φίλο του. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές, που τον είχε ακούσει να λέει «δεν αντέχω άλλο θα της τη δώσω πάνω στο κεφάλι».

Στις καταθέσεις στο μεταξύ προστέθηκαν δύο νέες μαρτυρίες, από δύο νεαρούς άντρες οι οποίοι έσπευσαν να μαρτυρήσουν στην αστυνομία ένα σχετικό με τη δολοφονία περιστατικό που είχαν βιώσει μία βδομάδα νωρίτερα.

«Ήμασταν τρία άτομα στο αυτοκίνητο όταν είδαμε την 22χρονη κοπέλα να τρέχει μέσα στα χωράφια έντρομη, αναμαλλιασμένη, με τα ρούχα σκονισμένα και ξυπόλυτη, κάνοντας νοήματα. Χτυπημένη και ματωμένη μας παρακάλεσε να τη βοηθήσουμε. Τη βάλαμε στο αυτοκίνητο και μας εκμυστηρεύτηκε πως ένας άντρας (ο φίλος του συζύγου της) την κράταγε έξω από το κέντρο και την χτυπούσε άγρια στον λαιμό, ενώ “περίμεναν τον σύζυγό της” να επιστρέψει από τη Λεμεσό. Η ίδια ήταν σίγουρη πως οι δυο τους ήταν συνεννοημένοι για να τη σκοτώσουν. Στο μεταξύ, όντως, ο άλλος άντρας ακολουθούσε το αυτοκίνητο μας κι όταν σταμάτησε δίπλα μας, διέταξε να την πάει ο ίδιος στο χωριό. Η κοπέλα όρμησε και φώναξε: “Τι να με πάρεις εσύ; Να με σκοτώσεις;”».

Από θύμα θύτης

Στους δύο μήνες που κράτησαν οι ανακρίσεις προέκυψε όλη η αλήθεια. Ο σύζυγος της 22χρονης κοπέλας είχε συνεννοηθεί με τον φίλο του να δολοφονήσουν τη σύζυγό του. Πέρα από τον παθιασμένο νέο του έρωτα, ο σύζυγος της κοπέλας ήταν εκνευρισμένος μαζί της, καθώς τα πεθερικά του δεν είχαν να του δώσουν τις 300 λίρες που του υποσχέθηκαν ως προίκα όταν του έδωσαν την κόρη τους. Το σχέδιό του ήταν να «της φάει όσα περισσότερα χρήματα γινόταν» και μετά να ζήσει με τη νέα του ερωμένη και πρώην μνηστή του αφεντικού του. Στο μεταξύ έλεγε σε όλο τον κόσμο πως δεν άντεχε να ζει άλλο με τη σύζυγό του.

Οι δυο άντρες τελικά καταδικάστηκαν για φόνο εκ προμελέτης σε θανατική ποινή, έλαβαν όμως χάρη από τον Πρόεδρο Μακάριο και η ποινή μετετράπη σε ισόβια.