Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

15 Δεκεμβρίου 1955. Λίγους μόνο μήνες αφού ξεκίνησε ο αγώνας της ΕΟΚΑ ο μόλις 23 ετών Χαράλαμπος Μούσκος από την Παναγιά της Πάφου, βρίσκεται νεκρός. Στην αγκαλιά του έχει ένα γερμανικό όπλο. Στην τσέπη του ένα σημείωμα με στίχους ερωτικούς. «Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά κι εσένα…». Ήταν ο πρώτος νεκρός αντάρτης του αγώνα. Στην κηδεία του πλήθος κόσμου γονάτιζε στον δρόμο από όπου περνούσε η πομπή. Οι Βρετανοί εκνευρισμένοι με τη μεγάλη συγκέντρωση αποφάσισαν να διαλύσουν την κηδεία με δακρυγόνα και βόμβες. Ήταν μία από τις δραματικότερες κηδείες του αγώνα. 

Γεννημένος τα χαράματα της 19ης Μαρτίου 1931, ο Χαράλαμπος Μούσκος ήταν ο μόνος γιος των εφτά παιδιών της Αναστασίας και του Γεώργιου Μούσκου από την Παναγιά της Πάφου. Ήταν ένας άριστος μαθητής με καλή συμπεριφορά και πολύ ζωηρό. Όλοι γύρω έλεγαν «ανήσυχο» παιδί. Δεν έλειπε ποτέ από γάμους, χαρές και διασκεδάσεις ενώ του άρεσε πολύ να τραγουδά και να απαγγέλει ποίηση.

Όταν αποφοίτησε το 1950, εργάστηκε για λίγο καιρό στην Ηλεκτρική Καλαβασσού και αργότερα υπέβαλε αίτηση να γίνει αστυνομικός. Ωστόσο, η αίτησή του απορρίφθηκε γιατί ήταν ξάδελφος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’. Για αυτό αργότερα προσελήφθη στην Αρχιεπισκοπή.

cof

«Το τελευταίο μου τραγούδι»

Το πώς έπεσε ο Χαράλαμπος Μούσκος εκείνη τη μέρα, έγινε γνωστό στην πολύκροτη δίκη των συναγωνιστών του Ανδρέα Ζάκο και Χαρίλαο Μιχαήλ που καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Όταν βρέθηκε ο Χαράλαμπος Μούσκος νεκρός πια, μέσα στην αγκαλιά του κρατούσε ένα γερμανικό όπλο. Μέσα στην τσέπη του όμως είχε ένα ματωμένο σημείωμα με κάποιος στίχους μέσα.

Δυο αγάπες στη καρδιά μου έχω κλείσει,
η πατρίδα η μια, κι η άλλη εσύ,
δυο αγάπες που με έχετε μεθύσει,
με της δόξας και του πόθου το κρασί.

Αν και όταν βρέθηκε το τραγούδι στην τσέπη του Μούσκου, οι δημοσιογράφοι της εποχής δεν μπορούσαν να κάνουν τη σύνδεση και έτσι θεώρησαν πως ήταν κάποιο ποίημα του αγωνιστή. Ωστόσο, οι στίχοι αυτοί ανήκουν στο τραγούδι της Σοφίας Βέμπο, «Δυο αγάπες», από το οποίο ο αγωνιστής Ευαγόρας Παλληκαρίδης δανείστηκε κάποιους στίχους και συμπλήρωσε το δικό του τραγούδι

Την Ελλάδα αγαπώ αλλά και σένα
μ’ ένα έρωτα μεγάλο αληθινό,
τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
το γαλάζιο της θυμίζουν ουρανό

cof

Η μάχη στο Μερσινάκι 

Εκείνη τη μέρα, η πρώτη αντάρτικη ομάδα της ΕΟΚΑ, με την ονομασία «Ουρανός» ετοίμαζε ενέδρα εναντίον στρατιωτικής αυτοκινητοπομπής στον δρόμο Ξερού-Πόλης Χρυσοχούς, κοντά στους Αρχαίους Σόλους.

Η ομάδα Ουρανός

Την ομάδα Ουρανό αποτελούσαν ο Χαράλαμπος Μούσκος, Ανδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαήλ, Νίκος Ιωάννου, Ανδρέας Πολυβίου.

 

Ήδη από το μεσημέρι οι αντάρτες είχαν τοποθετήσει νάρκες σε ένα γεφύρι και λαμβάνοντας τις θέσεις τους στο διπλανό ύψωμα, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν.

Το πρώτο όχημα πέρασε. Τότε οι αγωνιστές, χωρίς να χάνουν χρόνο, άρχισαν να πυροβολούν προς τον οδηγό ρίχνοντάς τον σε ένα χαντάκι. Σίγουροι πως είχαν σκοτώσει τους επιβαίνοντας πλησίασαν το αυτοκίνητο για να βεβαιωθούν. Ωστόσο, ο ζωντανός συνοδηγός του βρετανού στρατιώτη που ήταν ακόμη ζωντανός, άρπαξε το όπλο και άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους.

Ο άγγλος ταγματάρχης Brian Combee τους διατάζει να ρίξουν τα όπλα, αλλά δεν υπακούν. Οι σφαίρες του σκότωσαν τον 27χρονο Χαράλαμπο Μούσκο ξάδερφο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και τραυμάτισαν τους Μάρκο Δράκο, Ανδρέα Ζάκο και Χαρίλαο Μιχαήλ. Ο Δράκος κατάφερε να διαφύγει και συνέχισε τη δράση στο αντάρτικο μέχρι τη θυσία του στις 18 Ιανουαρίου 1957, σε ενέδρα των Άγγλων στην Ευρύχου. Οι Βρετανοί απαγχόνισαν τον Ανδρέα Ζάκο και τον Χαρίλαο Μιχαήλ στις 9 Αυγούστου 1956, μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο. Ο Χαράλαμπος Μούσκος πέθανε την ίδια μέρα.

cof

Η λαοθάλασσα της κηδείας

Η κηδεία του έγινε δυο μέρες μετά. Ήταν ο πρώτος νεκρός αντάρτης της ΕΟΚΑ και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους για να τον αποχαιρετήσει. Η 17η Δεκεμβρίου μετετράπη σε διαδήλωση ενάντια στην αποικιοκρατία.

Η νεκρώσιμη ακολουθία της κηδείας του Χαράλαμπου Μούσκου. Ο κόσμος τιμά τον αγωνιστή γονυπετής

Η νεκρώσιμη ακολουθία της κηδείας του Χαράλαμπου Μούσκου. Ο κόσμος τιμά τον αγωνιστή γονυπετής

Το φέρετρό του το μετέφερε μια πραγματική λαοθάλασσα από την Πεντάγυια έως τη Φανερωμένη. Ο κόσμος δεξιά και αριστερά του δρόμου, αποχαιρετούσε τον αγωνιστή γονατιστός.

Οι Βρετανοί όμως ήταν εξοργισμένοι. Στην πλατεία Μεταξά (σημερινή πλατεία Ελευθερία) διέλυσαν την πομπή ρίχνοντας έναν καταιγισμό πυροβολισμών και βομβαρδισμών ενώ ταυτόχρονα το λιβάνι που έριχναν οι παπάδες έσμιγε με τα δακρυγόνα που έριχαν οι αστυνομικοί. Ήταν η πιο παράξενη κηδεία που θυμούνται οι Λευκωσιάτες.

Μια βόμβα έπεσε στο φέρετρο προκαλώντας σύγχυση και πανικό.

Ωστόσο, οι νέοι που μετέφεραν το φέρετρο συνέχισαν την πορεία τους. Από εκείνη την ημέρα ο στρατάρχης Σερ Τζον Χάρτινγκ απαγόρευσε τις κηδείες των αγωνιστών και διέταξε να γίνεται η ταφή τους στα Φυλακισμένα Μνήματα.