Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Ο κύριος Πολύδωρος από το Μαραθόβουνο  εργαζόταν ως λεωφορειατζής και ως δάσκαλος οδήγησης. Είχε δικό του γραφείο στη Λευκωσία, ενώ εκτελούσε καθημερινά γραμμή από το χωριό του προς την πρωτεύουσα. Το λεωφορείο αυτό, ήταν κυριολεκτικά όλη του η ζωή. Αυτό ζούσε εκείνον και την οικογένειά του, για αυτό το λεωφορείο τον αγάπησε και ολόκληρο χωριό, που μόνο εκείνον εμπιστευόταν για τις μεταφορές του. Για αυτό το λεωφορείο ξυλοφόρτωσαν οι πραξικοπηματίες τους γιους του και με το ίδιο λεωφορείο ο κύριος Πολύδωρος έσωσε όσους κατοίκους παρέμειναν στο Μαραθόβουνο, τη στιγμή της δεύτερης εισβολής τον Αύγουστο του ’74. Αργότερα, όταν οι Μαραθοβουνίτες μαζί με άλλους πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ξυλοτύμπου, ο κύριος Πολύδωρος με την αξιοπρέπειά του, μετέτρεψε το λεωφορείο σε σπίτι. Έζησε εκεί ενάμιση χρόνο με την οικογένειά του και αργότερα μετοίκησαν τελικά ως πρόσφυγες στη Λευκωσία. Τα παιδιά του ακολούθησαν το επάγγελμά του.

Αυτή είναι η ιστορία της οικογένειάς του, όπως τη διηγήθηκε η κόρη του Έλενα, που το 1974 ήταν 10 χρονών.

Τη συνάντησα στην αυλή του σπιτιού της θείας της, Μαρίας, στο Καϊμακλί. Και οι δύο περήφανες Μαραθοβουνίτισες μου μίλησαν για εκείνες τις ζοφερές μέρες του Ιούλη. Το οικογενειακό δράμα της οικογένειας της Έλενας, ξεκίνησε ήδη από τη μέρα του πραξικοπήματος. Το βραδύ της 14ης Ιούλη ο κ. Πολύδωρος επέστρεφε με την οικογένειά του από ένα γάμο στον Άγιο Σέργιο. Παρατηρώντας έντονη κινητικότητα στους δρόμους παραξενεύτηκε. Το είπε στη σύζυγό του, Μυρούλα, αλλά εκείνη δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ο κ. Πολύδωρος όμως, που ήξερε πως δεν κυκλοφορούν πολλοί με αυτοκίνητο στην περιοχή, κατάλαβε πως κάτι θα γινόταν.

Ο Πολύδωρος Χαραλάμποιυς με τη σύζυγό του Μυρούλα

Ο ξυλοδαρμός από τους πραξικοπηματίες

Το επόμενο πρωί πήρε το λεωφορείο και κίνησε για την πόλη. Μαζί του είχε και τους δυο του γιους, τον 18χρονο Ελπιδοφόρο και τον 15χρονο Βαρβαρή. Φτάνοντας στη Λευκωσία έμαθε για το Πραξικόπημα. Ευθύς αμέσως έδιωξε τους γιους του.

«Να πιάεις το αυτοκίνητο της σχολής τζιαι να πάεις ολόισσια έσσω, τζιαι εγιώ εν να βρω τρόπο με το λεωφορείο. Να φέρουμε τον κόσμο πίσω, εν τζιαι να αήκω τον κόσμο πίσω»

είπε στον 18χρονο Ελπιδοφόρο που μόλις είχε αποκτήσει άδεια οδηγού. Ωστόσο, οι πραξικοπηματίες είχαν άλλα σχέδια για τους δύο νεαρούς.

Ο Πολύδωρος έφτασε στο χωριό αργά το μεσημέρι. Τότε συνειδητοποίησε πως οι γιοι του δεν είχαν φτάσει ποτέ στο σπίτι.

Ο Ελπιδοφόρος και ο Βαρβαρής, που δεν ήξεραν καλά τη Λευκωσία, ακολούθησαν την πιο κοινή διαδρομή. Στον κυκλικό κόμβο του Bata ένα μπλόκο τους σταμάτησε. Τη στιγμή που προσπάθησαν να περάσουν από εκεί τους ρώτησαν ποιοι είναι και ποιος είναι ο πατέρας τους.

Η οικογένεια Χαραλάμπους. Ο Πολύδωρος και η Μυρούλα με τα τρία τους παιδιά Επιδοφόρο, Βαρβαρή και Έλενα

«Ελπιδοφόρος και Βαρβαρής του Πολύδωρου Χαραλάμπους», ήρθε η απάντηση των νεαρών. Στο άκουσμα όμως του επωνύμου τους ο πραξικοπηματίας εξαγριώθηκε και τους απαγόρευσε να περάσουν, αφού είχαν ένα θείο με το ίδιο επώνυμο που ανήκε στη φρουρά του Λυσσαρίδη. Αυτή ήταν η αρχή των βασανιστηρίων της οικογένειας Χαραλάμπους.

Στο μεταξύ στον Μαραθόβουνο ο Πολύδωρος με τη Μυρούλα ανησυχούσαν για τα παιδιά τους. Χωρίς καμία ενημέρωση, ο Πολύδωρος πηγαινοερχόταν στους καφενέδες και κάθε τόσο ανέβαινε στην πιο ψηλή ταράτσα του χωριού να δει από μακριά, αν έρχονταν οι γιοι του.

Την επόμενη μέρα όμως δεν επέστρεψε στο σπίτι. Πλέον η κυρία Μυρούλα με την κόρη της Έλενα, δεν ήξερε ούτε που είναι ο σύζυγός της ούτε τα παιδιά της. Εκείνη τη μέρα ένας συγχωριανός έφερε πίσω το αυτοκίνητο του Πολύδωρου. «Που εν ο σύζυγός μου κουμπάρε τζιαι φέρνεις εσύ το αυτοκίνητό του;», αντέδρασε. Ο συγχωριανός μασώντας τα λόγια του, της είπε απλά να περιμένει κι έφυγε.

Το χωριό Μαραθόβουνος

Η Έλενα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Βγήκε στους δρόμους ψάχνοντας τον πατέρα της. Αφού έψαξε σ’ όλα τα καφενεία του χωριού, έφτασε και στα δύο σωματεία.

«Επήα έδωκα γυρό τους καφενέδες, τίποτε. Είχαμεν δύο σωματεία: το ένα ήταν τους αριστερούς, τζιαι το άλλο τους δεξιούς. Έφυα που τους καφενέδες, ήταν μια πλατεία μιάλη τζιαι έφυα που τους καφενέδες, έδωκα γυρό εν ήταν. Επήα στο σωματείο τους αριστερούς εν ήταν. Επήα στο σωματείο τους φασίστες, γυρεύκω, εποσσιέπαζα, εθκιώχναν με. “Ίντα που θέλεις κόρη, φύε που δαμέ, φύε”. Εμάχουμουν να φύω τζι άκουσα τον τζύρη μου που έβεξε. Μπαίνω μέσα λαλώ τους “που εν ο τζύρης μου;”. “Ποιος εν ο τζύρης σου, έννεν δαμέ, φύε τωρά”. Λαλώ τους “εν δαμέ, άκουσα τον!” Ήμουν σίουρη ότι τον άκουσα., εν τζιαι έξερα εγιώ, ότι είχαν υπόγειο τζι είχαν τον που κάτω. Επήαν τζιαι επιάσαν τον την ώρα που εφκήκεν πας στο χτίριο να δει αν έρκουνται οι μιτσιοί, επιάσαν τον, εβάλαν τον κάτω γυρώ γυρώ με τα όπλα τζιαι επιάσαν τον».

Ο Πολύδωρος Χαραλάμπους

Την επόμενη μέρα κι ενώ ήταν άφαντος ο πατέρας της Έλενας, μία πομπή αυτοκινήτων στάθμευσε έξω από το σπίτι τους. Κάποιοι άνδρες κρατώντας όπλα κατέβηκαν στην αυλή της κυρίας Μυρούλα κρατώντας τους δύο γιου της που ήταν αγνώριστοι και παραμορφωμένοι από το ξύλο. Στην όψη τους η κ. Μυρούλα λιποθύμησε.

«Εκάμαν το σπίτι άνω κάτω. Εσσιήσαν τα κρεβάθκια, τις πολυθρόνες, ανοίξαν τα ερμάρκα, εφκάλαν τα ρούχα που μέσα, ήταν το λεωφορείο τζιαμέ, εσσιήσαν τις μαξιλάρες ούλλες, εν αφήκαν ούτε τζιαι μία μαξιλάρα γερή. Τζιαι εβάλλαν τον αρφό μου τζιαι έστεκκεν τζιαι εκρατούσαν το όπλο τζιαι ελαλεν της μάνας μου “Πε μου που έν τα όπλα τζιαι εν να τον παίξω”. “Εν έχω γιε μου, εν έχω!”. Ζβουμ η σφαίρα ξυστά. Εφύρνετουν η μάνα μου. Νερό που πάνω. Ως τζιαι τον κούζο που τα χαλλούμια, εν θα το ξιάσω εσσιονώσαν τα χαλλούμια, να βρουν μίσσιη μου όπλα τζιει μέσα. Συνέχεια, συνέχεια τζιαι επιάν τους τζιαι εφύαν. Τζιαι που τους επήραν; Στες κεντρικές φυλακές. Εβάλαν τον ένα μες σε ένα τζιελί, τον άλλο μες σ’ άλλον τζιελί. Εκάμαν τους πολλά βασανιστήρια. Ελαλούσαν του αρφού μου του μιτσή “Εν να ακούσεις μια σσιπεθκιάν τωρά, εν να παίξουμε τον αρφό σου. Πε μας ίντα που ξέρεις, τζιαι εν να τον παίξουμε”. Τζιαι επαίζαν μια σσιπεθκιά στον αέρα, τζιαι έτσι είπαν τζιαι του άλλου. Μόλις εγίνηκεν η εισβολή, εφκήκαν. Ο παπάς μας όμως ακόμα άφαντος», διηγείται η κ. Έλενα, που θυμάται τα πάντα με λεπτομέρεια.

Η οικογένεια αντάμωσε ξανά την επόμενη μέρα της εισβολής. Η κυρία Έλενα που είχε μείνει πίσω με τη μητέρα της και την οικογένεια της θείας της, είδαν στις 20 του Ιούλη τα τουρκικά αεροπλάνα και τους καπνούς. Στις 21, ο πατέρας της, που είχε να τον δει από το Πραξικόπημα, ήρθε ταλαιπωρημένος και ξυλοδαρμένος στο σπίτι. Όπως καλά κατάλαβε η Έλενα, ο Πολύδωρος ήταν κλειδωμένος στο σωματείο των ΕΟΚΑΒητατζήδων όπου εκεί τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον πέταξαν σε ένα χωράφι. Κάποιοι τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο, από όπου ο Πολύδωρος έφυγε για να βρει την οικογένειά του. Μόλις έφτασε στο Μαραθόβουνο, τους ανακοίνωσε πως έγινε εισβολή και πως θα έφευγε με την Πολιτική Άμυνα γιατί είχε το λεωφορείο και χρειάζονταν βοήθεια. Μια-δυο μέρες μετά, επέστρεψαν και τα αδέλφια της.

Μείνανε όλοι τους στο χωριό. Χωρίς πολλά πολλά μετακινηθήκαν στο σπίτι της θείας τους στην άλλη άκρη του χωριού, για να είναι όλοι τους ασφαλείς, μακριά από το τουρκοκυπριακό χωριό Τζιάος.

Αιχμάλωτοι-αγνοούμενοι στο χωριό Τζιάος

Το τελευταίο αντικείμενο

Στις 14 του Αυγούστου ο πατέρας της που ήταν αποβραδίς στο σπίτι φώναξε στη γυναίκα του να πάρουν ό,τι έχουν και να φύγουν.

Στο σπίτι είχαμε πο’ ούλλα. Ρούχα, χρυσαφικά, ριάλια. Η μάνα μου εφώναζεν «Άμπα τζιαι πιάεις τίποτε!». Μόλις εγεννήθηκα εγιώ τζιαι τάχα ήμουν κόρη, επήεν τζιαι έκαμεν μου καπνιστομέρεχα η μάνα μου τζιαι που τζιείντην καντίλα, που καπνίζουν στους γάμους. Ασημένια. Τζιαι όπως ήταν μες στο κουτί, έπιαν τα ο τζύρης μου τζιαι έβαλεν τα μες στο καπώ του αυτοκινήτου, τζιαι εν της το είπεν της μάνας μου. Έβαλεν τα κάτω που τη μαξιλάρα του οδηγού, του μικρού του αυτοκίνητου. Είχαμεν έναν παππού που εν εμπόρηεν να φκει πας στο λεωφορείο. Τζιαι λαλέι ο τζύρης μου του αρφού μου «Πιάσε ρε το αυτοκίνητο το μιτσή το ένα να βάλεις τον παππού τζιαι όπου πηαίννω να ρκεσαι πίσω μου».

Οι υπόλοιποι δεν πήραν τίποτα μαζί τους. Η κυρία Έλενα και η κυρία Μαρία, έφυγαν όπως όπως με τις παντόφλες.

«Εν επιάμε τίποτε μαζί μας, το μόνο που θέλαμε ήταν να γλιτώσουμε».

Το λεωφορείο που έσωσε ένα ολόκληρο χωριό

Στο λεωφορείο ο κ. Πολύδωρος δεν φόρτωσε μόνο την οικογένειά του, αλλά όσους κατοίκους έμειναν πίσω και δεν είχαν μέσο να φύγουν. Γνωρίζοντας τους δρόμους καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο, κατάφερε να βγάλει τους κατοίκους του Μαραθόβουνου, σώους έξω από το χωριό. Πέρασαν από την Αμμόχωστο και έφτασαν μέχρι το Φρέναρος. Εκεί έκαναν στάση να βρουν συγγενείς, να βαφτίσουν ένα βρέφος που είχαν μαζί τους και να φάνε κάτι.

«Εγιώ τούτο που θυμούμαι έντονα, εκάθουμουν τέλια πίσω στη μαξιλάρα την πισινή. Τζιαι εθώρουν μες στα χωράφκια τους αλεξιπτωτιστές που επέφταν. Εμπήκαμε πρώτα στην Αμμόχωστο. ΝΕΚΡΑ!Επήαμεν να βρουμε κάτι συγγενείς να βρουμε τον Πάνο. Είσσεν σπίθκια που ήταν ολάνοιχτες οι πόρτες, επαίζαν τα ράδια τζιαι δεν είσσεν ψυσσιή του Θεού! Τίποτε! Έφκαλεν μας που την Αμμόχωστο επήρεν μας Φρέναρος. Αθθυμούμαι επήρεν μας που τον καφενέ, εγύρεψεν έναν συγγενή, μόλις μας είδε επήρεν μας έσσω του. «Άνοιξε το σπίτι να μπει ο κόσμος». Εν επρολάβαμε να φάμε τα φασόλια μας, εφώναξεν ο τζύρης μου «Ούλλοι μες στο λεωφορείο, γλήορα!».

Το λεωφορείο που έγινε σπίτι

Μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτασαν στην Ξυλοτύμπου. Ο κόσμος εκεί τους υποδέχτηκε και τους βοήθησε. Ανοίξαν τα σωματεία, έστρωσαν και φιλοξένησαν τους πρόσφυγες. Κάποιοι έμειναν εκεί μέσα ενάμιση χρόνο, άλλοι έστησαν τσαντίρια στα χωράφια του χωριού. Ο κύριος Πολύδωρος έφτιαξε μία αυτοσχέδια παράγκα κάτω από μία συκιά. Το λεωφορείο αποτελούσε το υπνοδωμάτιο τους, για ένα χρόνο.

Νέο ξεκίνημα, νέο δρομολόγιο

Του ήταν όμως αδύνατο να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Έπρεπε να δουλέψει, να ζήσει αξιοπρεπώς και να ταϊσει τους δικούς του. Μια μέρα πήγε στο καφενείο του χωριού και ανακοίνωσε πως θα εκτελεί δρομολόγιο μόνο για τους πρόσφυγες καθημερινά προς τη Λάρνακα. Ο κόσμος άρχισε να βρίσκει δουλειές και ο κ. Πολύδωρος τα πόδια του. Ήταν γερός άνθρωπος, αξιοπρεπής και εργατικός.

 

Λίγο καιρό μετά η οικογένειά του μετακόμισε στην Παλλουριώτισσα. Ο κύριος Πολύδωρος άνοιξε πάλι τη Σχολή Οδηγών και συνέχισε να εκτελεί τα δρομολόγια του λεωφορείου. Τα παιδιά του ακολούθησαν το επάγγελμά του, διατηρώντας ζωντανή την οικογενειακή επιχείρηση, αλλά και εκείνο το λεωφορείο που τους καθόρισε και έσωσε τη ζωή.

Όσο για τα καπνιστομέρεχα, ο κ. Πολύδωρος τα αποκάλυψε στη σύζυγό του χρόνια μετά. Όταν η κ. Μυρούλα έκλαιγε για όσα άφησε πίσω στον Μαραθόβουνο.

Η κυρία Έλενα τα ‘χει ακόμα, φυλαγμένα. Θα τα δώσει στην κόρη της προίκα, μόλις παντρευτεί.