14 Αυγούστου 1996. Ο ελληνισμός, συγκλονισμένος από τη βίαιη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ τρεις μέρες πριν, παρακολουθεί τις εξελίξεις στην κυπριακή ενδοχώρα.

Η κοινότητα Παραλιμνίου, μουδιασμένη από τον άδικο χαμό του δικού της τέκνου, νιώθει οργή και συγκίνηση. Ο κόσμος περνάει από τον τόπο της θυσίας και αφήνει ένα λουλούδι, κάνει μία ευχή «να είναι ο τελευταίος, να μην σκοτώσει άλλους ο παράνομος Αττίλας».
Ωστόσο, λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι του Τάσου Ισαάκ, ένας άλλος νέος δεν μπορεί να ησυχάσει με τίποτα. Είναι ο μόλις 26 ετών, Σολωμός Σολωμού, φίλος του Τάσου. Από τη στιγμή της δολοφονίας, η μόνη του σκέψη ήταν η τουρκική σημαία που κυμάτιζε με θράσος στη γη του. Επί τρεις ημέρες, ο Σολάκης όπως ήταν γνωστός, έκανε τις ίδιες επίμονες ερωτήσεις: «Πότε θα γίνει η κηδεία; Πότε θα φέρουν τον Τάσο» και δήλωνε πως θα κατεβάσει την τουρκική σημαία. Όταν φίλοι και γνωστοί προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν, ο Σολωμός απαντούσε αποφασισμένος και κατηγορηματικός: «Κάμετε τη δουλειά σας κι αυτή είναι δουλειά δική μου».

Στις 14 Αυγούστου, γύρω στις 02:20, έφτασαν για να τοποθετήσουν στέφανα στον τόπο της θυσίας. Ο 28χρονος τότε οπερατέρ, Γιάννης Κολιγλιάτης, θυμάται πως ο Σολωμός ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Οι δύο άντρες μαζί με πλήθος κόσμου, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον τουρκικό κλοιό. Η αντίδραση του Γιάννη ήταν άμεση: «Και τώρα τι κάνουμε;». Ο Σολωμός, που περίμενε πως και πως αυτή τη στιγμή απάντησε: «Εγώ θα κατεβάσω τη σημαία».

Αν και ο Γιάννης τον προέτρεψε «να μην κάνει μαλακίες», ο Σολωμός φορτισμένος από την κηδεία και με το τσιγάρο στο στόμα, έσπασε τον κλοιό τον Η.Ε. και έφτασε στην κατεχόμενη γη. Το μόνο που πρόλαβε να ακουστεί ήταν η έντρομη φωνή του Γιάννη: «Σταμάτα ρε μαλάκα θα σου ρίξουνε. Που πας ρε θα σε φάνε». Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκαν οι ριπές. Ο Σολάκης βρισκόταν αιμόφυρτος στη γη. Η κάμερα είχε καταγράψει τα πάντα με λεπτομέρεια.

Η κηδεία του Σολωμού έγινε δυο μέρες αργότερα και το Παραλίμνι θρηνούσε δύο νεκρούς, τη στιγμή που προσπαθούσε να περιθάλψει περίπου 20 τραυματίες.
Την επόμενη μέρα της κηδείας, βρέθηκε στα κατεχόμενα και η τουρκάλα πρωθυπουργός, Τανσού Τσιλέρ, η οποία μιλώντας ενώπιον πλήθος Τουρκοκυπρίων δικαιολόγησε πλήρως την πράξη, λέγοντας ότι οι Τούρκοι θα κόψουν τα χέρια οποιουδήποτε προσβάλλει το εθνικό σύμβολο. Η απάντηση ήλθε από τον εκπρόσωπο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, Νίκολας Μπερνς, ο οποίος δήλωσε ότι «η ανθρώπινη ζωή είναι σπουδαιότερη από ένα κομμάτι ύφασμα».

Η Κυπριακή Αστυνομία, βασιζόμενη σε οπτικό υλικό (τηλεοπτικό και φωτογραφικό), κατόρθωσε να αναγνωρίσει τους δράστες της δολοφονίας Σολωμού κι εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης για τους:
Κενάν Ακίν, «υπουργό» Γεωργίας του ψευδοκράτους.
Ερντάλ Χατζιαλί Εμανέτ, επικεφαλής των ειδικών δυνάμεων στα κατεχόμενα.
Ατίλα Σαβ, επικεφαλής της «αστυνομίας» των Κατεχομένων.
Χασάν Κουνταξί, υποστράτηγο των κατοχικών δυνάμεων.
Μεχμέτ Καρλί, ταξίαρχο των κατοχικών δυνάμεων.

Ο Μάριος Ματσάκης προσπαθεί να δώσει τις πρώτες βοήθειες στον Σολωμό

Τον Οκτώβριο του 2004 ο Ακίν παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που δολοφόνησε τον Σολωμού, αλλά δικαιολογήθηκε ότι διατάχθηκε από τον Χαλίλ Σαντραζάμ, τότε διοικητή των κατοχικών δυνάμεων στο νησί. Ο Σαντραζάμ με δηλώσεις του διέψευσε τους ισχυρισμούς του Ακίν, που λίγο αργότερο συνελήφθη από τις τουρκικές αρχές για λαθρεμπόριο, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με άνωθεν εντολή.

Στις 24 Ιουνίου 2008, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έκρινε ένοχη την Τουρκία για τη δολοφονία του Σολωμού Σολωμού, βάσει του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Επίσης, επιδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένειά του.

Η θυσία του Σολωμού αλλά και του Τάσου, συγκίνησε το πανελλήνιο. Ο Διονύσης Σαββόπουλος τους αφιέρωσε την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη». Ο Άλκης Αλκαίος έγραψε το «Πάντα γελαστοί» ενώ ο Στέλιος Ρόκκος τραγούδι «Για τον Σολωμό Σολωμού», ενώ έκτοτε οι μοτοσυκλετιστές της Κύπρου παίρνουν μέρος σε μία πορεία μνήμης εκ μέρους της Πρωτοβουλίας Μνήμης Ισαάκ-Σολωμού.

Η στυγνή δολοφονία παρέμεινε ατιμώρητη, τη στιγμή που ο δολοφόνος του Σολωμού έθετε την υποψηφιότητά του στη θέση βουλευτή στο καθεστώς του ψευδοκράτους. Μέχρι σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί κανείς.