Το αρμενικό μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου, γνωστό και ως Αρμενομονάστηρο ή Μαγκαραβάνκ, βρίσκεται σε μια γραφική τοποθεσία μέσα στο δάσος της Ανατολικής Πλατανιώτισσας, περίπου 1½ km δυτικά της τουρκοκρατούμενης Χαλεύκας, σε υψόμετρο 530 m.

Του Αλέξανδρου-Μιχαήλ Χατζηλύρα

Οι τεράστιες γαίες του (σχεδόν 8.500 σκάλες ή 11,37 km², που εκτείνονται μέχρι την παραλία) περιλαμβάνουν περίπου 30.000 ελαιόδεντρα και χαρουπόδεντρα, η εκμετάλλευση των οποίων αποτελούσε την κύρια πηγή εισοδήματος για την Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974. Από την ειδυλλιακή τοποθεσία του μοναστηριού, μπορεί κάποιος να ατενίσει την οροσειρά του Ταύρου στην Κιλικία, ιδιαίτερα το χειμώνα, όταν η υγρασία είναι χαμηλή και οι κορυφές είναι καλυμμένες με χιόνι.

Το μοναστήρι αρχικά ιδρύθηκε από Κόπτες περί το έτος 1000 μ.Χ. εις μνήμην του Αγίου Μακαρίου του Ερημίτη της Αλεξάνδρειας (306-395), ο οποίος – σύμφωνα με την παράδοση – είχε ασκητέψει για κάποια περίοδο στις σπηλιές της περιοχής· η εικόνα του θεωρείτο θαυματουργή, μάλιστα δε οι κάτοικοι της περιοχής πίστευαν ότι άκουαν τον Άγιο να καλπάζει με το άλογό του τη νύχτα! Η μνήμη του Αγίου Μακαρίου του Ερημίτη εορταζόταν την πρώτη Κυριακή του Μάη, αν και το μοναστήρι γιόρταζε εξίσου τη μνήμη του Αγίου Μακαρίου του Πρεσβύτερου της Αιγύπτου (300-391) το Δεκέμβριο.

Μέχρι το 1425, το μοναστήρι είχε περιέλθει στην κατοχή της Αρμενικής Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καθ’ όλη τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία (1192-1489-1570), οι μοναχοί του ήταν γνωστοί για τους πολύ αυστηρούς κανόνες ασκητικής ζωής και θρησκευτικής μετάνοιας, και την αυστηρή δίαιτα που ακολουθούσαν, ενώ κανένα θηλυκό (άνθρωπος ή ζώο) δεν επιτρεπόταν κοντά στο μοναστήρι· κατά τη νηστεία της Σαρακοστής, οι μοναχοί απόφευγαν να τρώνε όσπρια που ίσως περιείχαν έντομα, όπως κουκιά και φακές.

Κατά την Τουρκοκρατία (1571-1878), ήταν γνωστό ως το Κυανούν Μοναστήρι, λόγω του γαλάζιου χρώματος που είχαν οι πόρτες και τα παραθυρόφυλλά του. Για αιώνες, αποτελούσε δημοφιλές προσκύνημα για Αρμένιους και μη Αρμένιους εξίσου, καθώς και ενδιάμεσος σταθμός για περιηγητές και προσκυνητές καθοδόν προς τους Αγίους Τόπους, όπως το Δρα Χοβσέπ Σισμανιάν («Τζερέντς»): εμπνευσμένος από το περίγραμμα της οροσειράς του Ταύρου, έγραψε την ιστορική νουβέλα Τορός Λεβονί (1875), που τοποθετείται στην εποχή του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας· κατά την παράδοση, το 1140 ο πρίγκηπας Τορός Β’ κατέφυγε εδώ για να γλυτώσει από τους διώκτες του, όπως έκανε και ο Βασιλιάς Ούγος Δ’ το 1346 για να ξεφύγει από την επιδημία της Μαύρης Πανώλης.

Το Αρμενομονάστηρο υπήρξε για αιώνες χώρος ανάπαυσης και ανάρρωσης για Αρμένιους κληρικούς από την Κιλικία και την Ιερουσαλήμ, με τις οποίες διατηρούσε στενές σχέσεις. Ίσως ο πιο ξακουστός από αυτούς τους επισκέπτες ήταν ο Αββάς Μεχιτάρ της Σεβαστείας, ο οποίος ήρθε εδώ το 1695, κατευθυνόμενος από την Αλεξανδρέττα στη Ρώμη, για να αναρρώσει από την ελονοσία. Το 1901 οι μαθητές του Εθνικού Εκπαιδευτηρίου-Ορφανοτροφείου του Βαχάν Κιουρκτζιάν ανήγειραν ένα πέτρινο μνημείο για να τιμήσουν την επίσκεψή του και τη 200η επέτειο του Τάγματος των Μεχιταριστών. Το αρχικό μνημείο αντικατέστησε οβελίσκος από κονίαμα επί του Λόφου του Μεχιτάρ, τον οποίο ανέγειραν τέσσερις πρώην μαθητές του Κιουρκτζιάν και αποκάλυψαν στις 2 Αυγούστου 1931 ο Καθόλικος (Πατριάρχης) Σαχάκ Β’ και ο Αρχιεπίσκοπος Πετρός Σαρατζιάν.

Το μοναστήρι κέρδισε την εύνοια των Οθωμανών: το 1642 ένα φιρμάνι το απάλλαξε από φορολογία· οι όροι του ανανεώθηκαν το 1660 και το 1701. Η περίοδος μεταξύ 1650-1750 θεωρείται ο «χρυσός αιώνας» του, καθώς τεράστια τεμάχια γης είτε αγοράστηκαν ή δόθηκαν σε αυτό. Αφού εξασφάλισαν ειδικές άδειες, ο Αρχιμανδρίτης Χαρουτιούν πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση μεταξύ 1734-1735, ενώ μεταξύ 1811-1818 ο Συμεών Αγάς της Κριμέας χρηματοδότησε πλήρη αναστήλωση, κατά την οποία κτίστηκε το νέο παρεκκλήσι στα βόρεια του παλαιότερου και εγκαινιάστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1814. Ανακαινίσεις και αποκαταστάσεις πραγματοποιήθηκαν, επίσης, το 1866, το 1926, το 1929, μεταξύ 1947-1949 και ξανά το 1973.

Το 1926, κατά παραγγελία του ευεργέτη Αγά Καραμπέτ Μελκονιάν, κατασκευάστηκε σκυρόστρωτος δρόμος που ένωνε το μοναστήρι με τη Χαλεύκα, επιτρέποντας την εύκολη πρόσβαση σε αυτό. Η πλατεία στα ανατολικά του μοναστηριού κατασκευάστηκε το 1933 κατά παραγγελία του Καθόλικου (Πατριάρχη) Σαχάκ Β’, ο οποίος την εγκαινίασε και τέλεσε τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πέτρινης στήλης στις 8 Σεπτεμβρίου 1933.

Το 1945 η αποικιακή κυβέρνηση παραχώρησε κοτσιάνια (επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας) για περισσότερα από 80 τεμάχια γης. Στις 12 Ιουνίου 1966, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ επισκέφθηκε το μοναστήρι και φύτεψε μιαν αρωκάρια στην αυλή του. Τον Ιούνιο του 1968, ο Καρνίκ Κουγιουμτζιάν κατασκεύασε το νέο βαπτιστήριο του παρεκκλησιού, καθώς πολλά Αρμενόπαιδα βαφτίζονταν εκεί· από ειρωνεία της τύχης, η εγγονή του (Σιογέρ Κουγιουμτζιάν) ήταν η τελευταία που βαφτίστηκε εκεί στις 14 Ιουλίου 1974.

Φαίνεται πως οι τελευταίοι μοναχοί ζούσαν μόνιμα εδώ πριν το 1800. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, στην περιοχή κατοικούσαν αρμένικες οικογένειες. Μετά τις χαμιτικές σφαγές (1894-1896) και τη σφαγή των Αδάνων (1909), μερικοί Αρμένιοι πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο στο Αρμενομονάστηρο. Το Εθνικό Εκπαιδευτήριο-Ορφανοτροφείο, που λειτουργούσε ο Βαχάν Κιουρκτζιάν (γνωστός και ως «Παγκουράν») μεταξύ 1897-1904, είχε τις θερινές του εργασίες στο μοναστήρι, όπου λειτουργούσε επίσης μικρό αρμενικό σχολείο για τα παιδιά της περιοχής μέχρι το 1914.

Η τοποθεσία χρησιμοποιόταν και ως θερινό θέρετρο και κατασκηνωτικός χώρος για Αρμένιους πρόσκοπους και μαθητές, περιλαμβανομένων μαθητών του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν ορφανά της Γενοκτονίας. Το 1917 και το 1918, το μοναστήρι επισκέφθηκαν εθελοντές της Αρμενικής Λεγεώνας, η οποία σχηματίστηκε και εκπαιδεύτηκε στη Μοναρκά της Καρπασίας. Μέχρι το 1974, μεγάλος αριθμός αρμενοκυπριακών οικογενειών ενοικίαζαν δωμάτια στο μοναστήρι ή σε σπίτια στη γύρω περιοχή κατά τα σαββατοκυρίακα και τις διακοπές. Το πρώτο σαββατοκυρίακο του Μάη, ετοιμαζόταν χαρισά (ρέσι) για τη γιορτή του Αγίου Μακαρίου.

Σημαντικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη νερού. Μετά από πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες, το 1948 ο Καπριέλ Κασπαριάν ανόρυξε μια επιτυχή διάτρηση στα νότια του μοναστηριού και, μαζί με τη γυναίκα του, Αρσιαλούις, κατασκεύασαν τη βρύση των «Αρχαγγέλων», που ευλόγησε ο Επίσκοπος Γεβόντ Τσεμπεγιάν στις 2 Μαΐου 1948. Το 1949, με δωρεά των Σαρκίς και Σουρπίκ Μαρασλιάν, τοποθετήθηκε το δίκτυο διανομής νερού, η τουρμπίνα και η ηλεκτρογεννήτρια. Στην αυλή του μοναστηριού υπήρχε μια μικρή κυκλική δεξαμενή, ενώ τα διάφορα καρποφόρα δέντρα χάριζαν στους επισκέπτες μια γαλήνια ατμόσφαιρα. Η περιοχή ήταν γεμάτη από πεύκα και κυπαρίσσια.

Για αιώνες, υπήρξε σημαντικό πνευματικό κέντρο. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα φυλάσσονταν εδώ μεγάλος αριθμός εξαίρετων και ανεκτίμητων χειρογράφων που είχαν γραφτεί στο σκριπτόριο της μονής μεταξύ 1202 και 1740, καθώς και διάφορα πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη, πριν να μεταφερθούν στη Λευκωσία για ασφαλή φύλαξη. Το 1947, 56 εικονογραφημένα χειρόγραφα μεταφέρθηκαν στο Καθολικάτο (Πατριαρχείο) της Κιλικίας στο Αντηλιάς και από το 1998 φυλάσσονται στο Μουσείο «Κιλικία». Τα σκεύη φυλάσσονται σε ειδική προθήκη στη Μητρόπολη στη Λευκωσία. Ωστόσο, το ιερό και οι εικόνες του παρεκκλησιού (συμπεριλαμβανομένης της θαυματουργής εικόνας του Αγίου Μακαρίου, που βρισκόταν πριν την είσοδο του παρεκκλησιού) χάθηκαν κατά την τουρκική εισβολή του 1974.

Δυστυχώς, το Αρμενομονάστηρο καταλήφθηκε κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής (14-16 Αυγούστου 1974). Μερικά χρόνια μετά, το κατοχικό καθεστώς το χρησιμοποίησε για να στεγάσει παράνομους έποικους από την Ανατολία, ενώ κατά τη δεκαετία του 1980 χρησιμοποιόταν από τις λεγόμενες «αρχές ασφαλείας». Το σύμπλεγμα υπέστη μερικές ζημιές από φωτιά τον Ιούνιο του 1995. Το 1997 το κατοχικό καθεστώς το «ενοικίασε» σε Τούρκο επιχειρηματία που ήθελε να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο· μετά από συντονισμένη αντίδραση, το ανίερο αυτό σχέδιο αποτράπηκε στις αρχές του 1999. Ωστόσο, το 2005 ο ίδιος επιχειρηματίας το είχε μετατρέψει, με πρόθεση να το μετατρέψει σε κέντρο διασκέδασης και ξενοδοχείο. Μετά από οργανωμένες αντιδράσεις, το ούτω καλούμενο «Τμήμα Αρχαιοτήτων» διέκοψε τα ανόσια αυτά σχέδια το Δεκέμβριο του 2005.

Χάρη στην πρωτοβουλία του Εκπροσώπου των Αρμενίων, κου Βαρτκές Μαχτεσιάν, σε συνεργασία με τη Μητρόπολη και υπό την επιτήρηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, το ετήσιο προσκύνημα αναβιώθηκε στις 6 Μαΐου 2007, με τη συμμετοχή περίπου 250 ατόμων, εκ των οποίων κάποιοι είχαν έλθει ειδικά από το εξωτερικό· το προσκύνημα επαναλήφθηκε στις 10 Μαΐου 2009, 9 Μαΐου 2010, 8 Μαΐου 2011, 13 Μαΐου 2012, 19 Μαΐου 2013, 18 Μαΐου 2014, 10 Μαΐου 2015 και 8 Μαΐου 2016, με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμό προσκυνητών. Στις 17 Ιουνίου 2016, με την ΚΔΠ 189/2016, ανακηρύχθηκε αρχαίο μνημείο του β’ πίνακα.

Το μοναστήρι χρήζει άμεσης αναστήλωσης, αφού ουσιαστικά είναι ερείπιο. Αφημένο στο έλεος της φύσης και των βανδάλων, βουβό, ερειπωμένο και ρημαγμένο, περιμένει υπομονετικά τους νόμιμους ιδιοκτήτες και προσκυνητές του να επιστρέψουν ειρηνικά…