Η πρωτοχρονιά του 1964, δεν ήταν άλλη μία συνηθισμένη, χαρούμενη πρωτοχρονιά για το νησί. Οι ήδη υπάρχουσες δικοινοτικές ταραχές, οι δολοφονίες, οι συγκρούσεις και τα επεισόδια είχαν προκαλέσει μεγάλη ταραχή στην κυπριακή κοινωνία. Εκείνο το πρωινό, της πρώτης μέρας του έτους, μία νέα αποτρόπαια δολοφονία συγκλόνισε για ακόμη μια φορά το νησί.

Ήταν γύρω στις 09:00 το πρωί, όταν σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, στη Μονή βρίσκονταν τέσσερις μοναχοί και δύο πολίτες και εκτελούσαν γεωργικές εργασίες. Εκείνη τη στιγμή, όρμησαν 12 Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές πυροβολώντας αδιακρίτως προς κάθε κατεύθυνση. Η πρόφασή τους ήταν πως τα σκυλιά της Μονής έφυγαν και σκότωσαν τα πρόβατά τους. Για αυτό συγκεντρώθηκαν έξω από τη Μονή και αποφάσισαν το στυγερό έγκλημα.

Οι μοναχοί πανικόβλητοι άρχισαν να τρέχουν για να κρυφτούν στη Μονή.Όμως δεν τα κατάφεραν όλοι.

Τρεις μοναχοί έπεσαν νεκροί. Ο ιερομόναχος Μακάριος από τη Σαλαμίνα, 61 ετών, ο Ζώσιμος από τη Βάση 59 ετών και ένας δόκιμος μοναχός 12 ετών από το Φοινί, ο Σπυρίδων Χαραλάμπους.

Ένας όμως μοναχός κατάφερε να ξεφύγει από τους πυροβολισμούς και τρέχοντας έφτασε στην Κόρνου και ειδοποίησε για το φονικό. Ο μοναχός Χρύσανθος διηγήθηκε στους κατοίκους όσα συνέβησαν, κινητοποιώντας έτσι τη Χωροφυλακή, η οποία έφτασε στη Μονή με ασθενοφόρο για να μεταφέρει τους τραυματισμένους.

Το ανεξιχνίαστο έγκλημα

Αμέσως μετά το έγκλημα η Χωροφυλακή σε συνεργασία με τους ειρηνευτές ξεκίνησαν τις διαδικασίες για εξιχνίαση του εγκλήματος.

Αν και κάποιοι από τους μοναχούς αναγνώρισαν τους εγκληματίες, δεν τιμωρήθηκε κανείς.

Η υπόθεση θεωρείται έως σήμερα «ανεξιχνίαστη».