Για τους Λευκωσιάτες, αλλά και τους έμπειρους οδηγούς του νησιού που ξέρουν καλά την πρωτεύουσα, το άνοιγμα Κολοκάση είναι μία από τις πιο γνωστές περιοχές του κέντρου. Σήμα κατατεθέν της οδικής γλώσσας, το άνοιγμα Κολοκάση προσδιορίζει το σταυροδρόμι των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Αγίου Αντωνίου παρά το γήπεδο του Ολυμπιακού.

Το θρυλικό καφενείο Κολοκάση

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Κώστας Κολοκάσης άνοιξε το 1912 ένα καφενείο, στο γωνιακό κτήριο που ανήκε στη μητέρα της συζύγου του Μαρίας, Αναστασία Πέτρου. Ο Κώστας Κολοκάσης, του οποίου το όνομα προέρχεται από το επίθετο «Κολοκασίδης», άνοιξε το καφενείο μόλις γεννήθηκε το πρώτο του παιδί, Γιαννούλα, δίνοντας νέα πνοή στην περιοχή.

Ο καφετζής Κώστας Κολοκάσης άνοιξε το καφενείο του το 1912. Πέθανε το 1952.

Το καφενείο έγινε αμέσως αγαπητό από τους κατοίκους της περιοχής. Ευχάριστες ώρες με καφέ, τάβλι, χαρτιά και κουβεντολόι, τα πάντα έμοιαζαν ιδανικά για τον νεαρό καφετζή. Οι θαμώνες μπορούσαν να απολαύσουν με μισό σελίνι δύο κονιάκ μαζί με τα συνοδευτικά τους.

Μόλις έφτασε στη Λευκωσία το μπιλιάρδο, το καφενείο φρόντισε να εξοπλιστεί ενώ λίγο καιρό μετά απέκτησε και ραδιόφωνο. Πλέον ο χώρος του Κολοκάση αποτελούσε μόνιμο στέκι για όσους ήθελαν να μάθουν τα νέα.

Στην οικογένειά του δεν επέτρεπε να ασχοληθεί. Θεωρούσε πως ο καφενές ήταν αντρική δουλειά, ενώ δεν ήθελε τα παιδιά του να κυκλοφορούν ανάμεσα σε άντρες που κάπνιζαν μανιωδώς.

Η περιοχή στο Άνοιγμα Αγίου Αντωνίου όπως ήταν γνωστή τότε, άρχισε να αναπτύσσεται συνεχώς. Δίπλα από το καφενείο του Κολοκάση ήρθε να προστεθεί το καφενείο του Γιάννη Σαρρή, το καφενείο Απόλλων και τα σουβλιτζίδικα του Χρυσάνθου Ρουβιθά και του γέρο-Δήμου. Η περιοχή γινόταν ολοένα και πιο γνωστή με αποτέλεσμα να συχνάζει καθημερινά κόσμος εκεί και να μοιάζει με τη σημερινή Μακαρίου, όπως αφηγήθηκαν κάτοικοι της περιοχής.

Μέχρι το 1947 η γειτονιά ανήκε στις αριστοκρατικές περιοχές της Λευκωσίας. Κάτοικοι θυμούνται πως το καλοκαίρι γινόταν κυριολεκτικά το αδιαχώρητο και πως όλα τα καφενεία ήταν γεμάτα.

Ο Κώστας Κολοκάσης πέθανε το 1952 και τότε το καφενείο ανέλαβε ο γιος του Χριστάκης. Αργότερα το νοίκιασαν σε ξένους. Το 1974 το κτήριο κτυπήθηκε από όλμο των Τούρκων εισβολέων και τρία χρόνια μετά το καφενείο με το κτήριο πωλήθηκαν.

Όσοι θυμούνται τον Κώστα Κολοκάση κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο καλοσυνάτο, δραστήριο, δουλευταρά αλλά και πεισματάρη. Ήταν αυτός που έδωσε πνοή στην περιοχή και έτσι το όνομά του έγινε συνώνυμο του ανοίγματος.