Το βράδυ της 1ης Αυγούστου 1958 η Γεωργία Σουρούκλη ετοίμαζε βραδινό σε μία αντάρτικη ομάδα της ΕΟΚΑ. Ήταν οι αγωνιστές που εκείνη και ο σύζυγός της ανιδιοτελώς φιλοξενούσαν στο κρησφύγετο που είχαν χτίσει στο σπίτι τους. Ολόκληρη η οικογένεια Σουρουκλή μυήθηκε στην ΕΟΚΑ. Ο σύζυγός της Ανδρέας ήταν πολύ χαρούμενος εκείνο το βράδυ. Θα έπαιρνε μέρος σε ενέδρα μαζί με τους υπόλοιπους αντάρτες. Ωστόσο, δεν πρόλαβε.

Γεννημένος στις 26 Οκτωβρίου 1933 στους Τρούλλους της Λάρνακας, ο Ανδρέας μέλος μίας πολυμελούς οικογένειας, όταν τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του και εργαζόταν στα κτήματά του. Αυτός και η οικογένειά του είχαν δοθεί σύσσωμοι στον αγώνα για Ένωση και βοηθούσαν τους αντάρτες κατασκευάζοντας κρησφύγετο σε χωράφι τους. Εκεί βρίσκει καταφύγιο και ο τομεάρχης Λάρνακας Μιχαλάκης Παρίδης, μετά την απόδρασή του από το νοσοκομείο το 1957 και εκεί στήνεται το αρχηγείο της περιοχής.

Μετά τη μετακίνηση του Παρίδη προς την περιοχή της Ορεινής Λάρνακας, στον Ανδρέα ανατίθεται η ευθύνη της διακίνησης και της φύλαξης του οπλισμού της Οργάνωσης.

Η ενέδρα και ο θάνατος

Τη νύκτα της 1ης Αυγούστου 1958, ο Ανδρέας Σουρουκλής και η υπόλοιπη τοπική ομάδα της ΕΟΚΑ, μαζί με τους άλλους αντάρτες που φιλοξενούνταν στο κρησφύγετο του Σουρουκλή, αποφάσισαν να στήσουν μεγάλη ενέδρα εναντίον των Άγγλων στην τοποθεσία «Σαμερή», στο χωράφι του πατέρα του Ανδρέα, σε ένα γεφύρι του δρόμου Λάρνακας-Τρούλλων.

Ο συναγωνιστής και κουνιάδος του Μάκης Παπαχαραλάμπους αφηγείται τα πιο κάτω:

Θυμάμαι το βράδυ εκείνο, προτού ξεκινήσουμε, επέμενε να πάει μαζί μας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που δεν θέλαμε να τον αφήσουμε να λάβει μέρος σε ενέδρες. Μας είχε στο σπίτι του και δεν ήταν σωστό να διακινδυνεύουμε τη διαμονή μας. Εκείνο το βράδυ όμως της 31 Ιουλίου 1958, τόσο εγώ όσο και ο Χρύσανθος Κυριάκου επιμέναμε να μην πάει και να πάει στη θέση του ο αδελφός του Μιχάλης. Ο Ανδρέας Σουρουκλής όμως δεν υποχωρούσε. «Όχι, εγώ θέλω να πάω!».

Όπως αφηγείται και η γυναίκα του ήρωα Γεωργία, για τον Ανδρέα Σουρουκλή:

«Ήταν με τες χαρές του όλη τη νύχτα της Παρασκευής, που θα πήγαιναν για την ενέδρα. Τους ετοίμασα να φάνε και να φύγουν. Ο Ανδρέας είπε: ‘Όχι! να πάμε πρώτα στην ενέδρα και μετά τρώμε όταν γυρίσουμε’. Του έμελλε να βιάζεται. Τον περίμενε ο Χάρος κι εκείνος έφευγε να τον συναντήσει με όλες του τις χαρές».

Στην όχθη που ετοιμάζονταν να χτυπήσουν τους Βρετανούς, προστατεύονταν από μία καλαμιά. Όμως κάποια στιγμή, και ενώ ο Ανδρέας πορευόταν κατά το μήκος της όχθης, η καλαμιά δεν τον σκέπαζε πλέον.

Υπό το φως του φεγγαριού, οι Βρετανοί τον εντόπισαν και τον πυροβόλησαν κατά την οπισθοχώρηση των αγωνιστών αφού δύο από τα κανονάκια που πυροδότησαν οι αγωνιστές δεν εξερράγησαν και ετοιμάστηκαν να φύγουν.