Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο, της Μαρίας Παναγιώτου

Τι πραγματικά συμβολίζουν τα περίφημα ψηφιδωτά της Πάφου; Ο Γιώργος Δεληγιαννάκης, αναπληρωτής καθηγητής στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, ανατρέπει τις θεωρίες προηγούμενων μελετητών. Απορρίπτει τη σύνδεσή τους με ένα βαθύτερο θρησκειο-φιλοσοφικό μήνυμα και δίνει τη δική του εκδοχή.
Τα περίτεχνα ψηφιδωτά της Πάφου ήρθαν στο φως το 1962 όταν ένας γεωργός ανακάλυψε ένα από αυτά καθώς όργωνε το χωράφι του. Είναι από τα πιο γνωστά και δηµοφιλή αρχαία µνηµεία της Κύπρου που προσελκύουν κάθε χρόνο το ενδιαφέρον χιλιάδων επισκεπτών αλλά και µελετητών οι οποίοι τους έχουν αποδώσει διάφορες ερµηνείες. Θεωρούνται από τα καλύτερα στην ανατολική Μεσόγειο και αποτελούν µέρος του Αρχαιολογικού Πάρκου της Κάτω Πάφου, ο οποίος έχει συµπεριληφθεί στον κατάλογο Παγκόσµιας Πολιτιστικής Κληρονοµιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από το 1980.
Τα ψηφιδωτά ανήκουν σε μια μνημειώδη ιδιωτική έπαυλη, η οποία αποτελείτο από δωμάτια διαφόρων χρήσεων. Σύμφωνα με ένα νόμισμα του αυτοκράτορα Λικινίου (313-324) που βρέθηκε στο υπόστρωμα του ψηφιδωτού του Αιώνα, το συγκρότημα χρονολογείται στο πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα μ.Χ. και πιθανόν να καταστράφηκε από ισχυρούς σεισμούς στα τέλη της δεκαετίας του 360. Μόνο σε ένα δωμάτιο τα ψηφιδωτά παρουσιάζουν εικονογραφικές παραστάσεις. Ο αρχαιολόγος W.A. Daszewski επικεφαλής της πολωνικής αρχαιολογικής αποστολής που ανέσκαψε το χώρο αρχές της δεκαετίας του 1980, έδωσε στην έπαυλη το όνομα «Οικία του Αιώνα», λόγω του ότι ο Αιών, ως η προσωποποίηση του αέναου χρόνου, παρουσιάζεται ως η κεντρική μορφή σε μία από τις παραστάσεις του ψηφιδωτού, αποτελούμενου από πέντε διαφορετικούς πίνακες με μυθολογικά θέματα.
Μια δική του ερμηνεία για την Οικία του Αιώνα δίνει ο Γιώργος Δεληγιαννάκης καθηγητής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ο οποίος ανατρέπει προηγούμενες ερμηνείες. Τα συμπεράσματά του προέκυψαν στο πλαίσιο της έρευνάς του για την Κύπρο την ύστερη αρχαιότητα. Όπως εξηγεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ψηφιδωτού είναι το πλήθος των προσωποποιήσεων, οι οποίες αναπαρίστανται με τη μορφή γυναικείων και ανδρικών μορφών (η Πλάνη, το Νέκταρ, ο Βυθός, η Αμβροσία, η Λακεδαίμονα). Όλες σχεδόν οι μορφές συνοδεύονται από επιγραφές.
Ποιες είναι όμως οι επικρατέστερες ερμηνείες που προτάθηκαν για τα ψηφιδωτά με τις οποίες διαφωνεί ο κ. Δεληγιαννάκης; «Ο W.A. Daszewski είχε διατυπώσει την άποψη ότι ο συνδυασμός των συγκεκριμένων μύθων στο δάπεδο της πολυτελούς αίθουσας ισοδυναμούσε μέσω της αλληγορικής ερμηνείας τους με ένα θρησκευτικό μανιφέστο εκ μέρους ενός κλειστού κύκλου μορφωμένων ειδωλολατρών της Πάφου. Αποτελούσε μια απόπειρα ανανέωσης της παραδοσιακής θρησκείας σύμφωνα με την οποία στην κορυφή της θεϊκής πυραμίδας βρισκόταν ο Διόνυσος ως ένας ανώτερος και σωτήρας θεός. Σκοπός της μονοθεϊστικής αυτής εκδοχής της παραδοσιακής θρησκείας ήταν να αποκρούσει τη ραγδαία εξάπλωση του χριστιανισμού. Ωστόσο, διονυσιακά θέματα βρίσκουμε σε μόλις δύο («το πρώτο λουτρό του Διονύσου βρέφους», «θρίαμβος Διονύσου») από τις πέντε συνολικά παραστάσεις («Λήδα και Κύκνος», «Κρίσις Νηρηίδων», «Απόλλων και Μαρσύας»). Η κεντρική παράσταση αποτυπώνει ένα διαγωνισμό ομορφιάς όπου η Κασσιέπεια (Κασσιόπη) κερδίζει τις Νηρηίδες, θαλάσσιες νύμφες. Ο Αιών αναλαμβάνει ρόλο κριτή μεταξύ γυμνών γυναικών που επιδεικνύουν τα κάλλη τους. Η άγνωστη από άλλες πηγές παραλλαγή του μύθου αποτυπώνεται σε δυο ακόμη ψηφιδωτά δάπεδα της ίδιας περιόδου στην Απάμεια (Τουρκία) και στην Παλμύρα (Συρία). Αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι η συγκεκριμένη εκδοχή του μύθου έχει τοπικές καταβολές. Ένα στοιχείο που είναι αποδεκτό από όλους σχεδόν τους μελετητές. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία που έχει δοθεί από τους Γάλλους αρχαιολόγους Jean-Charles και Janine Balty, οι παραστάσεις αυτές παραπέμπουν σε μια αλληγορική απεικόνιση του ταξιδιού της ψυχής στον κόσμο της ύλης σύμφωνα με τους Νεοπλατωνικούς».
Απέναντι σ’ αυτές τις ερμηνείες ο κ. Δεληγιαννάκης προβάλλει τα δικά του επιχειρήματα τα οποία βασίζονται στις γραπτές πηγές και το αρχαιολογικό υλικό. Όπως υποστηρίζει έχουν δοθεί πλήθος ερμηνειών που προτείνουν την αλληγορική ανάγνωση των παραστάσεων αυτών, κάτι που κατά τη γνώμη του δεν ήταν μεταξύ των προθέσεων του ιδιοκτήτη της οικίας και κατά συνέπεια του καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και σε διάλεξη που έδωσε πρόσφατα μίλησε για «μια περίπτωση ερμηνευτικής φούσκας». Διαφωνεί με την άποψη ότι τα θέματα των ψηφιδωτών συνδέονται μεταξύ τους.
«Θεωρώ ότι η κεντρική παράσταση όντως παραπέμπει σε ένα επεισόδιο που σχετίζεται με τοπικούς μύθους του συροπαλαιστινιακού χώρου, με τον οποίο η Κύπρος συνδεόταν διαχρονικά με στενότατους δεσμούς. Οι υπόλοιπες όμως είναι παραστάσεις με δημοφιλή θέματα της εποχής. Το δωμάτιο των ψηφιδωτών χρησιμοποιείτο ως αίθουσα συμποσίων και όχι για θρησκευτικές τελετουργίες όπως υπέθεσε ο Daszewski. Αναλόγως λοιπόν θα πρέπει να ερμηνευτεί και η διακόσμησή της. Απορρίπτω επίσης τη θεωρία περί μιας  πλατωνίζουσας αλληγορίας με θέμα την περιπλανώμενη ψυχή. Μια προσεκτικότερη ματιά αποδεικνύει ότι η επιχειρηθείσα σύνδεση μεταξύ των εικονιζόμενων μύθων και των νεοπλατωνικών κειμένων είναι εντελώς υποθετική και επιπόλαιη. Οι παραστάσεις αυτές κατά την άποψή μου θα πρέπει να ερμηνευθούν πρωτίστως σε σχέση με τοπικούς μύθους με έντονο το φοινικικό-συριακό στοιχείο. Όμως δεν θα τους απέδιδα κάποιο βαθύτερο φιλοσοφικό νόημα. Πρόκειται πιθανώς για ένα συνδυασμό ελληνικών και λεβαντίνικων μη-ελληνικών μυθολογικών παραδόσεων».
Στο σημείο αυτό ο κ. Δεληγιαννάκης μας θυμίζει τους στίχους του Καβάφη, οι οποίοι θα ταίριαζαν κατά τη γνώμη του με τα ψηφιδωτά της Πάφου «Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου που ρέει μες στες φλέβες μας να μην ντραπούμε, να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε». Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι η απόδοση των μύθων σε κάποιες παραστάσεις εμφανίζει επιρροές από χριστιανικές ιδέες και αντίστοιχα εικονογραφικά μοτίβα. Κατά τη γνώμη του κ. Δεληγιαννάκη τα ψηφιδωτά αυτά δεν σχετίζονται με τον χριστιανισμό ούτε εικονογραφικά αλλά ούτε και εννοιολογικά.
«Οι παραστάσεις δεν παρέχουν τέτοιες ενδείξεις. Αντίθετα αντλούν και αναπλάθουν στοιχεία από την πλούσια ελληνορωμαϊκή καλλιτεχνική παράδοση. Σε κάθε περίπτωση τον πρώιμο τέταρτο αιώνα ο χριστιανισμός στην Κύπρο δεν έχει εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποθέτουμε εδώ την ανάπτυξη ενός αντι-χριστιανικού θρησκευτικού ρεύματος, όπως έχει υποστηριχθεί από κάποιους μελετητές».