Στις 13 Φεβρουαρίου 1994, δύο κυνηγοί που περιπλανιούνταν στις βουνοπλαγιές της επαρχίας Λεμεσού, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα σαδιστικά, αποτρόπαιο θέαμα. Μία νεαρή γυναίκα κείτονταν μπροστά τους μπρούμυτα, ημίγυμνη και εμφανώς κακοποιημένη. Οι δύο άντρες τα ‘χασαν και ειδοποίησαν απευθείας την αστυνομία. Πρόκειτο για τη 18χρονη Στάλω Ιωάννου, που τέσσερις μέρες πριν οι γονείς της δήλωσαν την εξαφάνισή της.

Μία νέα γεμάτη όνειρα

Η Στάλω, δεν ήταν τίποτα διαφορετικό από κάθε κορίτσι της ηλικίας της. Μόλις είχε αποφοιτήσει και εργαζόταν στην υπεραγορά «Σοφοκλέους» στο Ζακάκι ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε μαθήματα στην Ξενοδοχειακή Σχολή Λεμεσού.

Μία νέα γεμάτη όρεξη και πάθος για τη ζωή, όνειρα για το μέλλον και κέφι για νέες εμπειρίες.

Το μοιραίο τηλεφώνημα

Στις 9 Φεβρουαρίου, η Στάλω επέστρεψε στο σπίτι της γύρω στις 05:30 το απόγευμα και δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από την καθημερινή της ρουτίνα. Μόνο που εκείνη τη στιγμή, κάποιος την πήρε τηλέφωνο και μετά από μία σύντομη συνομιλία, η νεαρή κοπέλα μάζεψε τα ρούχα της και ανακοίνωσε στους γονείς της ολόχαρη και ολόγελη, πως θα έβγαινε έξω. Όταν οι γονείς της ρώτησαν με ποιον συζητούσε στο τηλέφωνο δεν έδωσε κάποια σχετική απάντηση. Το μόνο στο οποίο αρκέστηκε να πει ήταν: «αν με ζητήσει κανείς, πες ότι δεν είμαι μέσα».

Ο Γολγοθάς της οικογένειας

Μία μέρα μετά οι γονείς της έσπευσαν στο σπίτι της στην οδό Τσακάλωφ για να την ξυπνήσουν, θεωρώντας πως απαντούσε στα επανειλημμένα τηλεφωνήματά τους, επειδή αποκοιμήθηκε. Ωστόσο, δεν έλαβαν καμία απάντηση, αφού η Στάλω δεν ήταν στο σπίτι.

Το μεσημέρι πέρασαν από την υπεραγορά για να την πάρουν σπίτι και να φάνε όλοι μαζί. Εκεί όμως ο διευθυντής τους ενημέρωσε πως η Στάλω εν είχε εμφανιστεί στη δουλειά. Τότε ξεκίνησε ο Γολγοθάς της οικογένειας Ιωάννου. Γρήγορα οι γονείς της ενημέρωσαν τις αρχές και οι έρευνες ξεκίνησαν.

Για τις επόμενες τρεις μέρες κανένα σημάδι δεν βοηθούσε την αγωνία τους. Την τέταρτη μέρα όμως δύο κυνηγοί τηλεφώνησαν στις αρχές για να τους ανακοινώσουν πως βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα από τα πιο φρικιαστικά θεάματα που αντίκρισαν ποτέ στην απόμερη, αγροτική περιοχή μεταξύ Μουτταγιάκας και Φοινικαριών.

Το σαδιστικό έγκλημα

Η Στάλω βρισκόταν μπροστά τους νεκρή. Η άτυχη κοπέλα βρέθηκε στραγγαλισμένη με τη ζώνη του παντελονιού της δεμένη στον λαιμό της, ημίγυμνη και σεξουαλικά κακοποιημένη με διάφορα μέσα με τραύματα σε όλο της το κορμί.

Μέσα από τις έρευνες διαπιστώθηκε ότι οι αδίστακτοι σαδιστές δολοφόνοι της πριν την στραγγαλίσουν την βασάνισαν απάνθρωπα βάζοντας ακόμη κι ένα κομμάτι ξύλο στα γεννητικά της όργανα προκαλώντας της σοβαρές εσωτερικές κακώσεις στον κόλπο και αιμορραγία. Όλο αυτό είναι σημείο αναφοράς της αγριότητας με την οποία κακοποίησαν την Σταλώ.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της εποχής χαρακτήρισαν τη δολοφονία ως το πιο αποτρόπαιο έγκλημα.

Ανεξιχνίαστο»

Αν και οι αρχές ασχολήθηκαν αρκετά με το έγκλημα, παρόλα αυτά αυτό δεν εξιχνιάστηκε ποτέ και ο φάκελος της Στάλως παραμένει κλειστός και σκονισμένος στα «ανεξιχνίαστα εγκλήματα». Ωστόσο, από τις έρευνες προέκυψε πως οι δολοφόνοι της της είχαν στήσει καρτέρι σε κάποιο σημείο της περιοχής Άγιου Σπυρίδωνα το αυτοκίνητο που οδηγούσαν βρέθηκε πίσω από τη μικρή μοτοσυκλέτα της νεαρής. Κάπου στην πορεία το αυτοκίνητο κτύπησε τη μοτοσυκλέτα με αποτέλεσμα η Στάλω να βρεθεί στην άσφαλτο.

Ο ιατροδικαστής της υπόθεσης, Μάριος Ματσάκης, δήλωσε ότι η σορός έφερε κατάγματα που φαίνεται ότι προήλθαν από τροχαίο ατύχημα. Κάπως έτσι οι δολοφόνοι της την μετέφεραν στην ερημική αγροτική περιοχή όπου και εντοπίσθηκε από τον κυνηγό βασανισμένη με τον πιο άγριο τρόπο.

Άφαντοι οι δολοφόνοι

Για το έγκλημα συνελήφθη ένας νεαρός που έβγαινε με τη Στάλω, ωστόσο, πολύ πριν το έγκλημα χώρισαν και εκείνος αρραβωνιάστηκε κάποια άλλη κοπέλα. Ωστόσο, ήταν πρόθυμος να βοηθήσει όσο μπορούσε στις έρευνες και μάλιστα ο ίδιος δήλωνε: «Αγαπούσα τη Στάλω, δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί και γιατί την σκότωσαν. Εγώ θα βοηθήσω την Αστυνομία όσο μπορώ να βρει τους ενόχους».

Η αστυνομία όμως δεν βρήκε ποτέ τους ένοχους.

Οι φήμες που ακούστηκαν ήταν πολλές, παρόλα αυτά τα πάντα παραμένουν εικασίες. Όλα, εκτός από τα όνειρα της Στάλως για το μέλλον και τη ζωή.

Στο λεύκωμά της λίγο πριν το τραγικό της τέλος έγραφε: «Είμαι νέα, αγαπώ τη ζωή, το φως, την ελευθερία, τον ήλιο…».