Μπορεί να μην έχουν γίνει όλα τα βασανιστήρια γνωστά και τον τελευταίο χρόνο οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ να κερδίζουν τη νομική μάχη ενάντια στους βασανιστές τους, ωστόσο η βαναυσότητα και η σκληρότητα των Βρετανών βασανιστών, υπήρξε απερίγραπτη. Πολλοί ήταν οι αγωνιστές που ξεψύχησαν στα κρατητήρια ή στα ίδια τα χέρια των Βρετανών στρατιωτών και διοικητών τους. Κάποιους δεν τους έδιναν καν στους γονείς τους για να τους θάψουν με τις πρέπουσες τιμές, ωστόσο στο τέλος υποδείκνυαν στους συγγενείς που είχαν θάψει τους αγωνιστές. Όλους εκτός από έναν: τον Νικόλαο Γιάγκου, που βασάνισαν άγρια και μέχρι σήμερα το σημείο ταφής του παραμένει άγνωστο.

Ήταν 5 Οκτωβρίου 1958, όταν μετά από μία ομάδα ανταρτών διενέργησε μία επιτυχή ενέδρα στην Κάτω Ζώδια. Ο μόνος που γνώριζε πού είχε καταφύγει η ομάδα των ανταρτών, ήταν ο Νικόλαος Γιάγκου.

Για αυτόν τον λόγο δυο μέρες μετά, οι Βρετανοί στρατιώτες τον αναζήτησαν και τον συνέλαβαν προκειμένου να αποκαλύψει πού βρίσκονταν οι αντάρτες. Ωστόσο, ο Νικόλαος Γιάγκου ήταν αποφασισμένος να κρατήσει το στόμα του κλειστό· κάτι που του στοίχισε τη ζωή.

Μαζί του οι Βρετανοί είχαν συλλάβει και τον 15χρονο Αντώνη Παπαευρίδη, ο οποίος υπήρξε μάρτυρας του αποτρόπαιου βασανισμού του Νικόλα.

«Ο ξυλοδαρμός από τους βασανιστές μας, που ήταν δυο αξιωματικοί της αστυνομίας, ένας Άγγλος και ένας Τούρκος και αρκετοί Άγγλοι στρατιώτες, συνεχιζόταν μια σε μένα, μια στον Νικολή, έξω από τη Μόρφου προς τη θάλασσα, κοντά σε ένα αυλάκι με νερό, όπου μας έριχναν, όταν λιποθυμούσαμε. Στις δυο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα μας έβαλαν στο ίδιο αυτοκίνητο, το Νικολή μπροστά κι εμένα στο πίσω κάθισμα. Σε μια στροφή του δρόμου ο Νικολής έγειρε πάνω στην πόρτα, η οποία άνοιξε, αφήνοντας το σώμα του να κρέμεται κατατσακισμένο, ταλαιπωρημένο, μη μπορώντας να κάμει την παραμικρή προσπάθεια, για να κρατηθεί»

Ο αγωνιστής

Ο Νικόλαος Γιάγκου τελείωσε το δημοτικό σχολείο Ζώδιας και ήταν γεωργός. Ορκίστηκε ως μέλος της ΕΟΚΑ λίγο πριν από την 1η Απριλίου 1955 και ανέλαβε τη στρατολόγηση και άλλων μελών στο χωριό του. Έλαβε μέρος σε διάφορες δραστηριότητες, όπως στην επίθεση εναντίον του αστυνομικού σταθμού Κουτραφά.

Διετέλεσε ομαδάρχης της Πάνω Ζώδιας και ανέπτυξε πλούσια δράση. Στο σπίτι του διατηρούσε κρησφύγετο στο οποίο φιλοξενούσε αντάρτες, αναλαμβάνοντας τόσο την προστασία και την τροφοδοσία τους, όσο και τη διακίνηση τους, γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονταν.

Στις 9 Οκτωβρίου 1958 άφησε την τελευταία πνοή στον αστυνομικό σταθμό Λεύκας όπου είχε μεταφερθεί. Κάπου εκεί κοντά οι Βρετανοί τον έθαψαν, όμως το σημείο ταφής του παραμένει άγνωστο έως και σήμερα.