Σκληρός, αδιάλλακτος, πανέξυπνος και μεθοδικός. Ο τελευταίος Ενετός στρατηγός της Αμμοχώστου, Μαρκαντώνιος Βραγαδινός, έδωσε κυριολεκτικά τη ζωή του για την υπεράσπιση της περίκλειστης πόλης. Οι αποφάσεις που έπαιρνε προκειμένου να πετύχει την προφύλαξή της ήταν κοφτερές σαν μαχαίρι ενώ η «αυστηρότητά του ως μέτρο διατηρήσεως υψηλού φρονήματος των πολιορκουμένων υπήρξε παροιμιώδης». Στις αρχές του Αυγούστου 1571 και αφού η πόλη έπεσε, ο Λαλά Μουσταφά Πασάς τον κάλεσε στο παλάτι του, δήθεν για να τον συγχαρεί για την ανδρεία του και να τα βρουν στα της ανακωχής. Ωστόσο, τότε ήταν που ξεκίναγε το πιο ξευτιλιστικό μαρτύριο του στρατηγού της πόλης. Οι επόμενες δέκα μέρες, υπήρξαν για τον Μαρκαντώνιο Βραγαδινό οι χειρότερες της ζωής του, αφού ο Λαλά Μουσταφά Πασάς ξεπλήρωσε με τον πιο αιμοσταγή και σαδιστικό τρόπο τη δίψα του για εκδίκηση.

Το 1569 ο Μαρκαντώνιος Βραγαδινός βρέθηκε μαζί με τον Αστόρε Βαγλιόνε στην Αμμόχωστο, όπου και ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης από τον κίνδυνο της τουρκικής εισβολής. Προκειμένου να πετύχουν επιδόθηκαν σε βελτίωση των τειχών της Αμμοχώστου, αυξάνοντας τις αποθήκες πολεμοφοδίων και τα αποθέματά του ενώ ταυτόχρονα βάθυναν και πλάτυναν την τάφρο, έκτισαν οχυρά μέσα στα τείχη, κατεδάφισαν κάθε κτήριο που παρέβλαπτε την άμυνα έκαψαν τα τρόφιμα που δεν μπορούσαν να συλλεγούν, κατέκοψαν τους κήπους στα νότια της πόλης και μετέφεραν την ξυλεία στην πόλη, μεταβάλλοντας την πόλη σε έρημο.

Στο μεταξύ, τον Μάιο του 1570 με διακήρυξη κάλεσε όλους όσοι είχαν καταδικαστεί σε εξορία να επιστρέψουν και να αναλάβουν υπηρεσία στον στρατό, ενώ όταν του ζήτησαν από τη Λευκωσία να αποστείλει βοήθεια, αρνήθηκε γιατί θεωρούσε χαμένη υπόθεση την άμυνά της και την αποδυνάμωση της άμυνας της Αμμοχώστου.

Από τις αρχές του Οκτώβρη του 1570, ο Μαρκαντώνιος Βραγαδινός προκάλεσε βαριές απώλειες στον τουρκικό στόλο που επιχειρούσε αποκλεισμό του λιμανιού ενώ ένα μήνα μετά, διατάζοντας τους κατοίκους της πόλης να κρυφτούν για να φαίνεται έρημη η περιοχή και πάλι κατάφεραν βαρύ πλήγμα στον εχθρό.

Οι τακτικές του ήταν ευφυέστατες. Τίποτα δεν μπορούσε να τον εμποδίσει από το να καταφέρνει βαριά πλήγματα στον τουρκικό στρατό και προφανώς κανείς Οθωμανός δεν μπορούσε να του το συγχωρήσει αυτό. Στις 3 Ιουνίου οι Τούρκοι αποκρούσθηκαν επιτυχώς χάνοντας 600 άνδρες. Ωστόσο, ο αποκλεισμός και η έλλειψη πολεμοφοδίων έδωσαν προβάδισμα στον τουρκικό στρατό, που τον Ιούλιο του ίδιου έτος έμπαινε στην πόλη ως νικητής.

Ο κόσμος της Αμμοχώστου δεν άντεχε άλλο και παρακαλώντας ζήτησε από τον Βραγαδινό να σταματήσει την άμυνα. Εκείνος ζητώντας τους να αντέξουν άλλες 15 μέρες υποσχόμενος πως θα έφερνε φρεγάτα από την Κρήτη, συνέχισε την άμυνα. Στις 28 Ιουλίου οι Τούρκοι πρότειναν συνάντηση και ο Μουσταφά έστειλε γράμμα στον Βραγαδινό ζητώντας του να παραδοθεί με έντιμους όρους. Η απάντησή του ήταν καταπέλτης: θα υπερασπιστούμε το φρούριο ίντσα προς ίντσα. Αν και ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την παράδοση, τελικά υπέκυψε στις ικεσίες των υπολοίπων και ύψωσε ο ίδιος την 1η Αυγούστου τη λευκή σημαία της παράδοσης. Δυο μέρες αργότερα ο Ενετός στρατηγός έστειλε απεσταλμένο στον πασά για να του παραδώσει τα κλειδιά της πόλης και να ζητήσει δύο πλοία τα οποία θα μετέφεραν τους στρατιώτες στου στην Κρήτη.

Προτομή του Μαρκαντώνιου Βραγαδινού

Το βράδυ της 3ης Αυγούστου ο Μαρκαντώνιος Βραγαδινός ξεκίνησε για «την πικρή τελευταία του αποστολή, ντυμένος στα επίσημα, κόκκινα ενδύματα του αξιώματός του, περπατώντας υπό τη σκιά μιας κόκκινης ομπρέλας». Φτάνοντας τους υποδέχθηκαν όλο φιλοφρονήσεις και ο Βραγαδινός με τους άντρες του παρέδωσαν τον οπλισμό τους.

Μετά από σύντομη φιλική συνομιλία που είχε με τον αρχιστράτηγο του Πασά, του ζητήθηκε να δώσει ένα δικό του όμηρο ως εγγύηση για την επιστροφή των πλοίων που θα έπαιρνε. Ο Βραγαδινός αρνήθηκε και τότε ο Μουσταφά όλο εκνευρισμό τον ρώτησε που βρίσκονται οι Τούρκοι αιχμάλωτοί του, υπονοώντας πως ο Βρααδινός τους έσφαξε. Έξαλλος αναπήδησε και κραδαίνοντας μαχαίρι φώναξε:

«Γιατί σκύλε κρατούσες το φρούριο αφού δεν διέθετες προς τούτον τα μέσα; Γιατί δεν παρεδόθης πριν από ένα μήνα ώστε να αποδευχθεί η απώλεια των 80.000 καλύτερων αντρών μου;». Από εκείνη τη στιγμή, ξεκίνησε το φρικτό μαρτύριο του Βραγαδινού.

Οι υπόλοιποι Χριστιανοί που τον συνόδευσαν δέθηκαν και ο Βραγαδινός έγινε η μαριονέτα του Μουσταφά. Τρεις φορές τον διέταξε να σκύψει για να τον αποκεφαλίσει, όμως αντ’ αυτού κάθε φορά του έκοβε ένα μέλος του προσώπου του. Στο τέλος του πρώτου του βασανιστηρίου ο Βραγαδινός δεν είχε μύτη και αυτιά ενώ οι άντρες του Μουσταφά είχαν ήδη εξορμήσει στην πόλη και έσφαζαν όποιον Χριστιανό συναντούσαν.

Ο Βραγαδίνος, βαριά τραυματισμένος υποχρεώθηκε να κουβαλά βαριούς σάκους από χώμα και πέτρες κάνοντας τον γύρο της πόλης και κάθε φορά που περνούσε μπροστά από τον Πασά έπρεπε να σκύβει και να φιλά το χώμα. Έπειτα σχεδόν νεκρός, μεταφέρθηκε στην πλατεία της πόλης όπου τον εγύμνωσαν, τον έδεσαν σε μια κολώνα και τον έγδαραν ζωντανό. Πριν τον γδάρει ζωντανό στις 17 Αυγούστου 1571, ο Μουσταφά ζήτησε από αυτόν να γίνει Μουσουλμάνος και να σωθεί, όμως, μέχρις ότου ξεσκιστεί τελείως προσευχόταν και δεν αλλαξοπίστησε. Τότε ξεψύχησε προσευχόμενος και μόλις τον αποκεφάλισαν το κορμί του κομματιάστηκε. Το κεφάλι του και τα σπλάχνα του τοποθετήθηκαν στους πέντε προμαχώνες ενώ το δέρμα του γεμίστηκε με άχυρο και βαμβάκι, ντύθηκε με τα επίσημα ενδύματα και με μία κόκκινη ομπρέλα τον μετέφεραν πάνω σε μία αγελάδα στην πόλη, στους δρόμους της πόλης με έναν Τούρκο πλάι του να φωνάζει: χαιρετίστε τον κύριό σας και πάρτε από αυτόν την αμοιβή της πίστης σας και του μόχθου σας που σκορπίσατε στους τέσσερους ανέμους.