Λίγες μέρες πριν ανέβει στην αγχόνη, ο ηρωότοκος της Τσάδας, Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μία δημόσια επιστολής δημιουργούσε δυσαρέσκεια στην τουρκοκυπριακή κοινότητα του νησιού. Ήταν ένα γράμμα του Τουρκοκύπριου γιατρού, Ιχσάν Αλή, στον κυβερνήτη του νησιού, όπου σημείωνε πως ότι η ποινή ήταν αντίθετη με τις αρχές του πολιτισμού και της ηθικής, γιατί η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ήταν πολιτική και όχι εγκληματική. Ο Ιχσάν Αλή ήξερε πως η κίνησή του θα τον καθιστούσε σχεδόν εχθρό πολλών Τουρκοκυπρίων, όμως δεν τον ενδιέφερε: ο ίδιος είχε διαλέξει χρόνια πριν να υπερασπίζεται πάντα το δίκαιο και την αξιοπρέπεια.

Γεννημένος στις 15 Αυγούστου 1904 στα Βρέτσια της Πάφου, σε μία σχετικά προοδευτική οικογένεια, έμαθε τα πρώτα του γράμματα κοντά στον δάσκαλο πατέρα του και μετά τις κεμαλικές αλλαγές πέταξε το φέσι. Αποφοίτησε από το Ημιγυμνάσιο Πάφου και το Τουρκικό Λύκειο Λευκωσίας και ακολούθως η αγάπη του για τα γράμματα τον οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε γιατρός και στη Γενεύη όπου συμπλήρωσε τον μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών του.

Η αγάπη του για την πατρίδα του ήταν τέτοια, που εγκατέλειψε της ευκαιρίες για σταδιοδρομία στη Γενεύη και επέστρεψε στην Κύπρο, με το όραμα να υπηρετήσει πιστά την κοινότητα της περιοχής του. Το 1934 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο και άρχισε να εξασκεί το ιατρικό του λειτούργημα.

Η αγάπη του και η αφοσίωσή του για τον κόσμο, τον οδήγησε μετά από απαίτηση πολλών, να αναμειχθεί περισσότερο με τα κοινά. Έτσι, ανέλαβε την προεδρία διαφόρων συλλόγων. Ίδρυσε τον Τουρκοκυπριακό Μορφωτικό Σύλλογο Πάφου και εξασφάλισε σε πολλούς άπορους Τουρκοκύπριους νέους τα μέσα για γυμνασιακές σπουδές. Βοήθησε πολλούς μέσω του Συνεργατισμού και διαφόρων συνδέσμων να αποκτήσουν δουλειά και δική τους στέγη. Όταν ήταν Πρόεδρος της Εφορείας Τουρκοκυπριακών Εκπαιδευτηρίων Πάφου, φρόντισε για την ανέγερση νέων σχολείων και του Τουρκικού Λυκείου Πάφου. Υπήρξε Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πάφου για πέντε χρόνια.

Ανθρωπιστής και δίκαιος

Ο Ιχσάν Αλή τάχθηκε από την αρχή στον αγώνα για ειρηνική συμβίωση μεταξύ Ε/Κ και Τ/Κ. Μία από τις πολλές κινήσεις του που αποδείκνυαν την αφοσίωσή του αυτή, ήταν η επιστολή που απέστειλε για υπεράσπιση του Ευαγόρα Παλληκαρίδη αλλά και η προσήλωσή του στον Αρχιεπίσκοπο και Πρόεδρο Μακάριο Γ’. Υπήρξε ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες, ο οποίος ο οποίος, εκτιμώντας τη σωφροσύνη του και τους αγώνες του για τη συμβίωση των δυο κοινοτήτων, του πρόσφερε το 1970 τη θέση πολιτικού συμβούλου, την οποία κατείχε μέχρι το θάνατό του το 1978.

Την διαφωνία του ενάντια στη διχοτομική πολιτική είχε εκφράσει ήδη από το ’50 όταν αντιτάχθηκε στην πολιτική «Από Τούρκο σε Τούρκο». Μάλιστα, διαφώνησε με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου. Δεν συμφωνούσε με τις πρόνοιες για χωριστά δημαρχεία, χωριστά δικαστήρια και τη μόνιμη παρουσία στην Κύπρο ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων. Ήταν επίσης αντίθετος με τις συνθήκες εγγυήσεως που έδιναν στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις το δικαίωμα επέμβασης. Για όλα τα κακώς κείμενα των συνθηκών πίστευε ότι υπεύθυνη ήταν η αποικιακή κυβέρνηση.

Το 1963, ιδιαίτερα ανήσυχος με το ξέσπασα των δικοινοτικών ταραχών αντέδρασε και πάλι. Με μία επιστολή του προς τον Ο.Η.Ε. προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τη θέση της τουρκοκυπριακής κοινότητας ενάντια στην τρομοκρατική Τ.Μ.Τ. Στις 5 Νοεμβρίου, έστειλε μία επιστολή στον στρατηγό Τιμάγια λέγοντας:

«Εξοχότατε, με την επιστολή μου αυτή επιθυμώ πάνω απ’ όλα, να κάμω έκκληση στα ανθρωπιστικά σας αισθήματα, τα οποία ελπίζω να σας οδηγήσουν στη λήψη πιο δραστικών μέτρων για να σώσετε την Τουρκική κοινότητα από τους Τούρκους τρομοκράτες. Ένιωσα την υποχρέωση να σας γράψω αυτό το γράμμα, όχι για να εκφράσω οποιαδήποτε πολιτικά σχόλια, αλλά γιατί καθημερινά η καρδιά μου ξεσκίζεται από τα βασανιστήρια που υφίσταται η Τουρκική κοινότητα από τους Τούρκους τρομοκράτες. Είναι πραγματικά πολύ λυπηρό, την εποχή που ο άνθρωπος προσπαθεί να κατακτήσει το διάστημα, να βλέπομε την Τουρκική κοινότητα να βασανίζεται αχρείαστα και χωρίς κανένα λόγο από τους Τούρκους τρομοκράτες».

Ακολούθησαν κι άλλες επιστολές τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ στις 6 Φεβρουαρίου 1965, στις 18 Αυγούστου 1965 και στις 15 Σεπτεμβρίου 1965, καθώς και προς τον Τούρκο πρωθυπουργό, Σουάτ Ούρκουπλου στις 24 Οκτωβρίου 1965.

Με αυτές του τις ιδέες παρέμεινε πιστός στην ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη, έως τις 8 Νοεμβρίου 1978, όταν και έκλεισε τα μάτια του.