Τι πάθος ατελείωτο
που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή
κι εγώ τον θάνατό μου.

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ
«Τι πάθος ατελείωτο», 1962

Η τελευταία δουλειά του Θωμά Κοροβίνη αποτελείται από είκοσι πέντε αυτοτελή διηγήματα-δοκίμια που έχουν δημοσιευθεί στο παρελθόν, προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα, γράμματα, μαρτυρίες του ιδίου που εξελίσσονται σε ένα τρίπτυχο Θεσσαλονίκη-Μυτιλήνη-Κωνσταντινούπολη. Πεζά κείμενα που εξιστορούν μικρές καθημερινές ιστορίες, συνδέοντας τη δική του πορεία με την πορεία προσώπων που άφησαν ατόφια την υπογραφή τους σε όλο το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού. Από την πρώτη Ελληνίδα ποιήτρια Σαπφώ έως την εν ζωή λογοτέχνη Ζυράννα Ζατέλη. Καλλιτέχνες –σύντροφοι στον Άδη– που άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στην ελληνική δισκογραφία: Βαμβακάρης, Καζαντζίδης, Ρασούλης, Παπάζογλου. Συγγραφείς, νέοι και μη, που συνεχίζουν την ηθογραφική παράδοση με σεβασμό και ειλικρίνεια, όπως ο Γιάννης Μακριδάκης.

Η συλλογή με τίτλο Τι πάθος ατελείωτο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα καλλιτεχνικό ημερολόγιο της Ελλάδας. Της Ελλάδας που θήτεψε μέσα στα στενά της Πόλης, της Σαλονίκης, αλλά και της νησιώτικης Ψωροκώσταινας. Μέσα σε ταβερνάκια, κουτούκια και θρυλικά κέντρα, όπως η «Μαντουμπάλα», αποπνικτικά από καπνό αλλά και κατανυχτική σαν προσευχή προσήλωση, στα θαλασσοδαρμένα λιμάνια και στα θέατρα που καθήλωσαν τον καθέναν και μας ώθησαν στην αέναη ερωτική σχέση καλλιτέχνη-θεατή.

Τα ατόφια διηγήματά του δεν μπορούν παρά να μας καθηλώσουν και να μας γοητεύσουν: ως γνήσιος Φίλος του Λόγου και επιδέξιος τεχνίτης του, η συγγραφική του ιδιότητα θαμπώνει τους αναγνώστες. Τα κείμενά του βρίθουν από καλοδουλεμένες λέξεις, προτάσεις, παραγράφους που στο σύνολό τους καταφέρνουν να αποφύγουν τον μελοδραματισμό και με απόλυτη ειλικρίνεια αναδεικνύουν την ανθρώπινη και ζωντανή πλευρά των μυθοποιημένων ηρώων του. Ανάγοντάς τους, τις περισσότερες φορές, σε αντιήρωες, μας φέρνει πιο κοντά τους, τόσο όσο να τους αγγίξουμε και να βιώσουμε τα πάθη τους, τις αδυναμίες τους, αλλά και το μεγαλείο εκείνο για το οποίο δικαίως όλοι τους κατέχουν μία θέση στο Πάνθεον των Ελλήνων Δημιουργών. Στιγμές περιφρόνησης, όπως εκείνη του Μάρκου, που το νέο τότε κοινό του ’60 ώθησε τον Πατριάρχη του ρεμπέτικου τραγουδιού να εκδηλώσει την απελπισία και την κούρασή του, αλλά επίσης και να εξυμνήσει το ατελείωτο πάθος του που τον οδηγούσε αργά στον «θάνατο». Παράπονα ανθρώπινα που δεν θα έβαζε ο νους για τους ακρογωνιαίους λίθους της λαϊκής μουσικής, όπως αυτό της Πόλυς Πάνου, που δεν ερμήνευσε ποτέ τον υμνητή του έρωτα και της Εθνικής Αντίστασης Μπαγιαντέρα.

Τσαχπίνικα σκέρτσα και ερωτικά τερτίπια, από αυτά που βλέπει η μέρα και «χαμογελά», πάθη, παράπονα, αδυναμίες. Όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που δίνει κι ο Όμηρος στους θεούς της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, παρουσιάζονται με τον ίδιο τρόπο για τους μυθοποιημένους της Σύγχρονης Ελλάδας χαρακτήρες, δίνοντάς μας την ευκαιρία να τους ακουμπήσουμε, να τους νιώσουμε και να τους κατανοήσουμε, απομακρύνοντας από μέσα μας την ιδέα του ανέγγιχτου, μα συγκρατώντας πάντα τον σεβασμό που τους αξίζει. Τους εξυψώνει κατανοώντας το μεγαλείο τους, μα και ταυτόχρονα τους κατεβάζει στον κόσμο των κοινών θνητών, ξεκαθαρίζοντας τους λόγους για τους οποίους τους αγαπήσαμε: γιατί τραγούδησαν τους καημούς μας, ερμήνευσαν τις υστερίες μας, εξιστόρησαν τα πάθη του λαού μας.

Ταυτόχρονα, πέρα από τα πρόσωπα, χαρτογραφεί γωνιές από περιοχές-ορόσημα της ζωής του: Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Κωνσταντινούπολη. Μας περπατά στους δρόμους και τα στενά τους, ξετυλίγοντας την παράδοσή τους, μα και σεβόμενος τις τοπολαλιές, ζωγραφίζει πάνω στον λογοτεχνικό καμβά την ομορφιά τους, όπως ο ίδιος και οι χαρακτήρες του τις βίωσαν: τον ερωτισμό, το χάδι, μα και τη σκληρότητά τους.

Γιατί στους νυν και αεί Θεσσαλονικιούς; Γιατί πρώτον αφιερώνουμε την «παρουσίαση» αυτή στον ίδιο το συγγραφέα –ες αεί Σαλονικιό– ως το 26ο κείμενο (όχι διήγημα, γιατί του λείπει η λογοτεχνική χροιά) για έναν μεγάλο λογοτέχνη. Γιατί, δεύτερον, χωρίς να θέλουμε να βάλουμε στο περιθώριο τις υπόλοιπες περιοχές που περιγράφει, δεν θα μπορούσαμε όλοι όσοι αγαπήσαμε την Ελλάδα και τους γήινους θρύλους της να μη νιώσουμε και Θεσσαλονικείς. Να προσθέσουμε στην ταυτότητά μας την πολυπόθητη Μάνα του Βορρά μαζί με όλους τους χαρακτήρες της που γλυκοτραγουδήθηκαν και υμνήθηκαν.

Ευχαριστούμε, λοιπόν, Θωμά Κοροβίνη, που μας έδωσες κάποιους από τους λόγους εκείνους για τους οποίους για πάντα θα γητευόμαστε από την Ελλάδα του χθες και του σήμερα.

Ιλιάνα Κουλαφέτη

Στο πέμπτο ράφι αριστερά