«Έλλην Κύπριος επυροβολήθη και εφονεύθη την πρωϊαν της σήμερον πλησίον του χωρίου Αγρίδια υπό ανδρών των δυνάμεων ασφαλείας, οι οποίοι είχαν αντιληφθεί δύο άνδρας ενεργούντως υπόπτως».

Αυτή ήταν η είδηση που μετέδιδε το αποικιακό ραδιόφωνο το πρωί της 25ης Νοεμβρίου 1958. Βέβαια, η μόνη πληροφορία που ευσταθούσε ήταν πως όντως ένας Ελληνοκύπριος φονεύθηκε. Ωστόσο, οι υπόλοιπες πληροφορίες ήταν ψευδείς. Καθώς ο Ελληνοκύπριος αγωνιστής στον οποίον αναφερόταν η είδηση, δεν φονεύθηκε το ίδιο πρωί, αλλά το προηγούμενο βράδυ. Και δεν ενεργούσε καθόλου ύποπτα, αφού απλά πήγε να γεμίσει το παγούρι του με νερό με έναν άλλο αγωνιστή. Δεν προσπάθησε να διαφύγει αφού η προειδοποίηση έπεσε μαζί με τον πυροβολισμό που τον έριξε νεκρό. Ο Ελληνοκύπριος νεκρός ήταν ο Σάββας Ροτσίδης: ο τελευταίος πεσών αντάρτης του αγώνα με καταγωγή από το Μάμμαρι. Στις 24 Νοεμβρίου, οι Βρετανοί τον δολοφόνησαν με μια σφαίρα και τον παρέδωσαν στους γονείς του κατακρεουργημένο.

Ο Σάββας Ροτσίδης γεννήθηκε στο Μάμμαρι το 1935. Εργαζόταν στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία ως λογιστής και μετά ως αποθηκάριος στο μεταλλείο Μιτσερού. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ από την αρχή του αγώνα, συνεργαζόμενος με τις ανταρτικές ομάδες Πιτσιλιάς. Στις 18 Νοεμβρίου 1955 πήρε μέρος στη δεύτερη επιχείρηση του τομέα Πιτσιλιάς, την επίθεση εναντίον της φρουράς των εκρηκτικών υλών του μεταλλείου Μιτσερού. Το μεταλλείο Μιτσερού ήταν η κύρια πηγή εφοδιασμού της ΕΟΚΑ με δυναμίτιδα.

Η απόδραση

Τον Οκτώβριο του 1956 συνελήφθη και κακοποιήθηκε βάναυσα από τους Άγγλους, επειδή βρέθηκαν στην κατοχή του δυο περίστροφα. Παραπλανητικά ενεργώντας, κατάφερε να οδηγηθεί από τους ανακριτές του στην ορεινή περιοχή του χωριού Άγιος Επιφάνιος, για να τους υποδείξει δήθεν το κρησφύγετο των συνεργατών του και, αφού τους εξαπάτησε, κατόρθωσε να διαφύγει.

ΛΕΖΑΝΤΑ: Σε κάποιο σημείο που θεώρησε κατάλληλο, ο Ροτσίδης έκανε νόημα στον επικουρικό πως «εδώ βρίσκεται το κρησφύγετο και μην μιλήσεις και μας καταλάβουν». Ο Τούρκος τον ρώτησε πού ακριβώς και ο Ροτσίδης σήκωσε το χέρι του δήθεν να του δείξει και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ξυπόλητος και ταλαιπωρημένος έφτασε στο σπίτι της αδελφής του στο Μάμμαρι όπου κρύφτηκε για αρκετές μέρες.

Πέρασε από το σπίτι του, όπου του περιποιήθηκε τις πληγές η μητέρα του, προτού κρυφτεί. Ο Διγενής έδωσε εντολή στους συνεργάτες του να είναι προσεκτικοί στην επανασύνδεσή τους μαζί του, μέχρι που να διαπιστωθεί ότι ο τρόπος της απόδρασής του ήταν έντιμος. Ο Ροτσίδης έμεινε λίγους μήνες στην αφάνεια κρυμμένος από συναγωνιστές του, αρχικά στην περιοχή της Μόρφου και στη συνέχεια στα χωριά Άγιος Ιωάννης Μαλούντας, Παλαιχώρικαι Πολύστυπος. Με την επανασύνδεσή του με τις ανταρτικές ομάδες της Πιτσιλιάς πήρε μέρος σε πολλές επιθέσεις εναντίον των Άγγλων.

Η αρρωστημένη δολοφονία

Το βράδυ της 24ης Νοεμβρίου 1958, λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, ο Σάββας Ροτσίδης βρισκόταν στο κρησφύγετό του με τον συναγωνιστή του, Ρογήρο Σιηπιλλή.

Μέσα στη νύχτα οι δύο άντρες αποφάσισαν να βγουν για να γεμίσουν τα παγούρια τους νερό.

Στη διαδρομή ο Ροτσίδης είπε τα τελευταία του λόγια στον συναγωνιστή του: «Νάτσο φαίνεται πως είμαστε τυχεροί σήμερα, γιατί κατεβαίνοντας διέκρινα άρβυλα στρατιωτών και πρέπει να είχε πολλούς στην περιοχή μας».

Μόλις τελείωσε την πρότασή του ακούστηκε μία φωνή «αλτ» και σχεδόν ταυτόχρονα ο Σάββας Ροτσίδης έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες των Βρετανών.

Ο Ρογήρος κατάφερε να κρυφτεί στην περιοχή έως την επόμενη μέρα όταν τον βρήκαν άλλοι συναγωνιστές του.

Οι Βρετανοί μετέφεραν τον νεκρό αντάρτη με γαϊδούρι ως τα Αγρίδια κι από εκεί με αυτοκίνητο μέχρι το Σανατόριο Κυπερούντας.

Αν και μία σφαίρα ήταν αρκετή για να τον σκοτώσει, όταν οι γονείς του πήγαν να παραλάβουν το σώμα του από το Σανατόριο, αντίκρισαν το γιο τους σχεδόν κατακρεουργημένο.

Οι στρατιώτες στην πορεία προς το νοσοκομείο, κάρφωναν σε διάφορα σημεία του σώματος του Σάββα τα μαχαίρια τους.

Στην κηδεία του τελευταίου νεκρού της ΕΟΚΑ, οι γονείς του μοίραζαν στον κόσμο λουκούμια, γιατί όπως έλεγαν «σήμερα δεν θάβουμε τον γιο μας, αλλά τον παντρεύουμε και θα κεράσουμε τον κόσμο όλο».