Συνέντευξη στην Ιλιάνα Κουλαφέτη

«Κάποτε είπα στον Καραγάτση πως θα θελα να γράφω. Με ρώτησε «έχεις κάτι να πεις;» Του είπα, όχι. “Ε, τότε να μην γράψεις”, μου είπε. Και δεν έγραψα λογοτεχνία. Σήμερα δεν είμαι συγγραφέας. Το Γράμμα στον Κωστή, ήταν ανάγκη, κάθαρση».

Αφοπλιστικά ειλικρινής και αληθινή σου προκαλουν αμηχανία οι χειμαρρώδεις εξομολογήσεις της. Η γλυκιά κοπέλα του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η Μεγάλη Κυρία του παιδικού θεάτρου της Ελλάδας, δεν στρογγυλεύει τις γωνίες, δεν βάζει σάλτσα στις αφηγήσεις της. Δεν τις χρειάζεται. Τη συναντήσαμε στο Σολώνειο Βιβλιοπωλείο με αφορμή την επίσκεψή της στην Κύπρο και την παρουσίαση του βιβλίου της στο Σολώνειο Βιβλιοπωλείο και συζητήσαμε μαζί της για το βιβλίο, το θέατρο και τον πολιτισμό.

Το βιβλίο σας είναι ένας πραγματικός χείμαρρος ειλικρίνειας, μια εξομολόγηση. Θέλω λίγο να μου μιλήσετε για αυτή τη διαδικασία από την αρχή της μέχρι το τέλος της.

Δεν ήταν ακριβώς «αλληλογραφία». Ξαφνικά δεν υπήρχε ο Κωστής, δεν μπορούσα να του μιλήσω. Δεν πιστεύω πως μας βλέπει από πάνω αλλά εγώ είχα ανάγκη να του πω κάποια πράγματα, να θυμηθώ, να μην ξεχάσω. Κι άρχισα να του γράφω ένα γράμμα κι έγραφα, έγραφα. Κάποια στιγμή τα έδειξα στην Άλκη Ζέη και με παρότρυνε να το εκδώσω. Ήταν απρόσμενη η επιτυχία. Ήταν ένα δώρο από τον Κωστή, μια κάθαρση, μια παρηγοριά. Το ξεκίνησα κλαίγοντας, όμως μέρα τη μέρα ένιωθα καλύτερα, μέχρι που κάποια στιγμή το απολάμβανα. Προχτές το είδα ξανά και ξαφνιάστηκα. Δεν θυμόμουν τι έγραφα και μου έκανε εντύπωση το πώς μοιράστηκα τόσο προσωπικά πράγματα. Ήταν μια σωτηρία αυτά τα δύο χρόνια. Δεν ξέρω πως θα ήμουν αν δεν έγραφα. Δεν του γράφω ακόμα, καμιά φορά ξεχνιέμαι και του μιλάω, τον σκέφτομαι πολύ. Δεν θα μπορούσα όμως πια να του απευθύνω τον λόγο. Απλώς εύχομαι να του άρεσε το βιβλίο, όπως μου είπε η κόρη του και χάρηκα πολύ. Με σταμάτησε ένας άνθρωπος προ καιρού και μου είπε πως το βιβλίο σας ήταν ένα από τα πιο ωραία πράγματα που έτυχαν στη ζωή μου. Αυτό με συγκίνησε πολύ. Πολλοί το βιώνουν προσωπικά, χωρίς να το επιδιώκω.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Γράμμα στον Κωστή, κάλεσμα της Μνήμης

Γράμμα στον Κωστή, κάλεσμα της Μνήμης

Νομίζουμε κάποιες φορές πως θυμόμαστε κάποια πράγματα, αλλά μόλις αρχίσουμε να τα ανακαλούμε είτε για να τα πούμε είτε για να τα γράψουμε συνειδητοποιούμε κάποιες μικρές λεπτομέρειες, κάποια παραθυράκια που είχαμε ξεχάσει. Πώς νιώθει να πρέπει κάποιος να κάνει μία επανεκκίνηση της μνήμης;

Η μνήμη είναι περίεργο πράγμα. Για αυτό και τώρα σκαλίζω πράγματα γύρω από τη μνήμη με ενδιαφέρει αυτό το θέμα. Είναι περίεργο πώς θυμάσαι κάποια πράγματα. Βέβαια, είναι παρόν συνέχεια το παρελθόν. Ακόμη κι αν είσαι στο παρόν και σκέφτεσαι το μέλλον, το όποιο μέλλον, το παρελθόν επιμένει να βρίσκεται μαζί σου.

Το βιβλίο δίνει τόσα πολλά κομμάτια του εαυτού σας, τόσες προσωπικές στιγμές, με τις οποίες μπορεί κάποιος να νιώσει αμήχανα, και χρησιμοποιώ τη λέξη αμήχανα θετικά γιατί ακόμη και η αμηχανία θεωρώ εγώ πως μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά προς κάποιον άνθρωπο. Όταν αποφασίσατε να το εκδώσετε σκεφτήκατε να αλλάξετε κάτι, να σβήσετε, να ξαναγράψετε;

Όχι. Δεν έχω κάνει καμιά επέμβαση. Βέβαια την ώρα που τα έγραφα, ήθελα αυτό που γράφω να είναι καλογραμμένο. Μόνο αυτό διόρθωσα. Αλλά τίποτα άλλο. Δεν πρόσθεσα, δεν αφαίρεσα.

Έχετε σκοπό να γράψετε κάτι άλλο;

Εγώ δεν είμαι κανονική συγγραφέας. Κάποτε με ρώτησε ο Καραγάτσης τι θα ήθελα να κάνω. Του είπα «θέλω να γράφω». Μου είπε «έχεις κάτι να πεις;». και κοιτάζοντάς τον του είπα «όχι». Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική «καλύτερα να μην γράψεις». Ξέρεις εγώ, μπορεί αν γράφω θεατρικά έργα, αλλά δεν είμαι συγγραφέας. Δεν έχω αυτήν τη φαντασία που έχουν οι λογοτέχνες να στήσω μια πλοκή, ήρωες και λοιπά. Το Γράμμα στον Κωστή, ήρθε αβίαστα ήταν μια ανάγκη. Αλλά επειδή έχω ανάγκη να έχω επαφή με το γράψιμο, έχω αρχίσει να σκαλίζω κάτι, αλλά δεν θα είναι λογοτεχνία όμως. Άρχισα να σημειώνω πράγματα που σκέφτομαι, που παρατηρώ, που διαβάζω. Δεν ξέρω τι είναι, πότε θα τελειώσει, μπορεί αν βγει γρήγορα, μπορεί να κάνει και χρόνια. Του έχω δώσει όνομα ωστόσο. Το έχω πει Λίγο Ακόμα.

Θέλω να μου μιλήσετε λίγο για τη στροφή σας στο παιδικό θέατρο και την επαφή σας με τα παιδιά ως κριτές της υποκριτικής.

Κοίτα αυτό έγινε τυχαία. Το ’72 μέσα στην επταετία, είχα ανάγκη να κάνω κάτι φρέσκο, μια αλλαγή. Και είπα γιατί να μην κάνω παιδικό θέατρο. Δεν είδα ποτέ τα παιδιά ως κριτές. Τα παιδιά βέβαια είναι πιο ειλικρινή. Αν δεν περνάει καλά, είναι πολύ εμφανές, δεν σκέφτεται που θα πάει να φάει το βράδυ. Αν τα ρωτήσεις όμως πώς τους φάνηκε η παράσταση δεν θα σου πουν τη γνώμη τους, είναι πολύ κλειστά. Αυτό θα φανεί μετά από χρόνο, τι έχει μείνει μέσα τους, τι έχουν κρατήσει. Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα πάντως από ότι νομίζουμε. Από ‘κει και πέρα υπάρχει τρόπος για να παρουσιάσεις κάτι. Δεν είναι θέμα ιδιαίτερης προσπάθειας, αλλά δεν πρέπει να είναι κάτι διδακτικό ή φλύαρο. Όπως δεν αρέσουν στους μεγάλους όλα αυτά, δεν αρέσουν ούτε στα παιδιά.

Σήμερα που οι επιλογές είναι άπειρες και υπάρχει και το υπερθέαμα θεωρείτε πως υστερούμε ή βελτιωνόμαστε όσον αφορά την ποιότητα στο θέαμα; Ειδικά το παιδικό.

Δεν ξέρω αν βελτιωνόμαστε. Υπάρχει πρόβλημα με αυτήν την τεράστια προσφορά θεάματος. Όταν ήμουν εγώ παιδί, το να βρεθώ μπροστά σε μια αυλαία κλειστή ήταν μεγάλο γεγονός. Τώρα δεν είναι τίποτα αυτό για τα παιδιά. Πρέπει εμείς να βρούμε τον τρόπο να πλησιάσουμε τα παιδιά. Κι ο τρόπος αυτός δεν είναι το υπερθέαμα, πρέπει να βρεθεί ένας άλλος τρόπος με ουσία κι ας έχει πολύ απλή μορφή. Για παράδειγμα ένα αγοράκι είχε πάει προ ημερών σε μια παράσταση έτσι πολύ υπερθεαματική με χρώματα φώτα και μετά ήρθε στη δική μας, που ήταν πιο ήσυχη. Όταν τον ρώτησαν ποια του άρεσε πιο πολύ είπε τη δική μας. Όταν τον ρώτησαν γιατί, απάντησε πολύ απλά «γιατί εδώ με ακούγανε». Πρόσεξε με ακούγανε, όχι τους άκουγα. Το παιδί αυτό ένιωσε μια αλληλεπίδραση.

Έχετε πει «Απ’ όλα τα έργα μου τo Σκλαβί είναι εκείνο που «κατοίκησε» περισσότερο μέσα μου. Πιο βαθιά και για πιο πολύ καιρό. Γι’ αυτό και το γεγονός ότι είχε μια τόσο πλατιά ανταπόκριση, μου έδωσε μεγάλη χαρά». Γιατί το ξεχωρίζετε τόσο πολύ;

Καταρχάς αυτό με ξεχώρισε. Ήταν μια ευκαιρία να γράψουμε κάτι ελληνικό με τον Θωμά, αλλά όχι γραφικό, να είναι ουσιαστικά ελληνικό. Μας ενέπνευσε, το βρήκαμε ενδιαφέρον και συγκινητικό και τελικά εκεί που δουλεύαμε με τον Θωμά, άρχισα να το δουλεύω μόνη μου. Πράγματι κατοίκησε μέσα μου αυτό το παραμύθι, με συγκινούσε, προχωρούσα, δοκίμαζα και ξανά και ξανά, μέχρι που βγήκε. Ήταν τεράστια χαρά και η επιτυχία του αλλά και όλη η συγκίνηση που μου προσέφερε. Σήμερα είναι τελείως διαφορετική παράσταση, πολύ προχωρημένη σκηνοθετικά, σκηνογραφικά. Έχει κερδίσει κάποια πράγματα έχει χάσει κάποια. Αλλά τη χαιρόμαστε πολύ αυτήν την παράσταση.

Τείνουμε μονίμως να περηφανευόμαστε για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό γενικότερα του Πνεύματος. Σήμερα πώς τα βλέπετε τα πράγματα με την ευρύτερη κρίση;

Δεν τα βλέπω καλά. Ο κόσμος δεν διαβάζει και αυτό είναι πολύ λυπηρό. Τα παιδιά, ειδικά στην εφηβεία, τα φτύνουν τα βιβλία. Δεν ξέρουν τι χάνουν. Όσο για το επίπεδο του πολιτισμού το βλέπω να καταρρέει και αυτό είναι πολύ θλιβερό. Μελαγχολώ πολύ με αυτό. Είσαι στην Κύπρο και σκέφτεσαι τον Σεφέρη, με όσα έλεγε από εδώ, για την Ελλάδα, για το Πνεύμα και έχουμε τέτοια φοβερή απόσταση από όλο αυτό. Έχουμε φύγει από αυτό και είναι κρίμα. Παράγουμε ποσότητα. Βιβλία, πίνακες, τραγούδια, ποίηση. Αλλά από όλη αυτήν την ποσότητα, τι θα μείνει;

Σε πολλά σημεία του βιβλίου έχετε δηλώσει πως δεν ρωτάγατε πολλά πράγματα για αυτά που σας έκαναν εντύπωση ἠ αυτά που δεν καταλαβαίνατε. Όπως για παράδειγμα για τον χωρισμό των γονιών σας. Σας βοηθούσε αυτή η αποφυγή ερωτήσεων; Το έχετε μετανιώσει;

Ήταν μία αυτοπροστασία. Αλλά δεν ήταν καθόλου καλό όμως. Είναι ένα πράγμα που με στεναχωρεί. Ακόμη κι όταν χώρισαν οι γονείς μου δεν ρώτησα κάτι. Βέβαια, εκείνοι δεν μου είπαν και τίποτα. Απλά μου ανακοίνωσε η μητέρα μου πως «ο μπαμπάς μου δεν μας θέλει». Δεν συζητήσαμε ποτέ, αν με ήθελε ή όχι. Τα μετανιώνω όλα αυτά τα κενά που άφησα. Ήμουν πολύ πιο κλειστή παλιά. Δεν αγκάλιαζα τον κόσμο, όπως το κάνω σήμερα, δεν είχα αυτή την ανθρώπινη επαφή, το ανθρώπινο άγγιγμα. Αυτά τα έμαθα από τον Κωστή και την οικογένειά του. Εκείνοι όλο αγκαλιάζονταν, για μένα ήταν πρωτόγνωρο. Άλλαξα με τα χρόνια. Πλέον έχω μια άλλη σωματική επαφή με τον κόσμο και δεν εννοώ ερωτική και είμαι πιο ανοιχτή, ρωτάω για όσα θέλω να μάθω. Πλέον γίνεται αυθόρμητα, δεν αφήνω τίποτα να πάει χαμένο, όλο ρωτάω, μαθαίνω. Ακόμη κι όσοι με γνώριζαν από παλιά βλέπουν αυτή την αλλαγή.