Της Ιλιάνας Κουλαφέτη 

Οι εφημερίδες της εποχής και δη οι αμερικάνικες, έκαναν λόγο για τον «απόγονο του Φειδιππίδη». Οι δημοσιογράφοι, οι τοπικοί παράγοντες αλλά και η παγκόσμια αθλητική και μη κοινότητα, είχε ενθιουσιαστεί με το νέο δρομέα που είχε όνομα ελληνικό. Δεν εντυπωσιάστηκαν όμως μόνο από την επίδοσή του στο αγώνισμα, αλλά από την αξιοπρέπειά του και τον σπάνιο χαρακτήρα του. Ο Στέλιος Κυριακίδης, από την Πάφο, μόλις τερμάτισε ζήτησε από τους Αμερικάνους αντί λεφτών να στείλουν οικονομική βοήθεια στους 7 εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες.

Ο δρομέας από την Πάφο

Ο Στέλιος Κυριακίδης γεννήθηκε το στις 4 Μαίου 1910 στην Πάφο, γιος των αγροτών Γιάννη και Ελένης Κυριακίδη. Από μικρός αγαπούσε το τρέξιμο και το περπάτημα και με οποιαδήποτε αφορμή του δινόταν έτρεχε μέχρι το δίπλα χωριό που απείχε 20 χιλιόμετρα.

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Πάφου όπου εκπροσωπούσε το σχολείο του στις αθλητικές εκδηλώσεις και αργότερα το 1930 γράφτηκε στον Γυμναστικό Σύλλογο Ολύμπια Λεμεσού τον οποίο δεν εγκατέλειψε, μέχρι και το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας (παρόλο που αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα).

Στα 24 του μετακόμισε στην Αθήνα όπου εργάστηκε ως υπάλληλος στην «Ηλεκτρική Εταιρεία», μετέπειτα Δ.Ε.Η. και πάλι όμως, ο κύπριος δρομέας δεν εγκατέλειψε τον αθλητισμό.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1934 η εφημερίδα Αθλητικά Χρονικά σε άρθρο με τίτλο «Ο μαραθωνοδρόμος Κυριακίδης μεταγράφεται στον Παναθηναϊκό».

Η μοναδικότητά του και οι επιδόσεις του φάνηκαν όταν κατάφερε να καταρρίψει το πανελλήνιο ρεκόρ του Σπύρου Λούη. Μάλιστα ο τελευταίος τον υποδέχτηκε στο σπίτι του λέγοντάς του «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες».

Η σύλληψη από τους Ναζί

Την περίοδο της Κατοχής, ο Στέλιος Κυριακίδης εγκατέλειψε για μια περίοδο τον αθλητισμό, καθώς προτεραιότητα είχε η επιβίωσή του. Παντρεύτηκε τη σύζυγό του, Ιφιγένεια με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: την Ελένη, την Μαίρη και τον Δημήτρη. Για τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, ο ίδιος δήλωσε πως το γαμήλιο δώρο του ήταν ένα ψωμί (κι αυτό μισό).

Το 1943, τον συνέλαβαν Γερμανοί Ναζί στο Χαϊδάρι μαζί με άλλα 49 άτομα. Ο Γερμανός αξιωματικός υπηρεσίας ήταν μαραθωνοδρόμος και τον άφησε ελεύθερο, όταν βρήκε στο πορτοφόλι του την ταυτότητά του και την κάρτα διαπίστευσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936 στο Βερολίνο. Ο γιος του Δημήτρης Κυριακίδης ανέφερε: «Μια άλλη φορά, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι μας, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ.“Χάιλ Χίτλερ!” είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι εδόθη εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη. Από τότε ο πατέρας μου έκρυβε στο υπόγειό μας τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα και έφευγαν αργότερα στην Αίγυπτο».

Ήταν ο μόνος που γλίτωσε την εκτέλεση.

Ο Μαραθώνας της Βοστώνης

Η πρώτη φορά που έλαβε μέρος στον μαραθώνα της Βοστώνης ήταν το 1938. Ωστόσο, τα καινούρια παπούτσια που φορούσε, τα οποία του είχαν αγοράσει οι ομογενείς για να τρέξει, του μάτωσαν τα πόδια κι έτσι δεν κατάφερε να τερματίσει.

Το 1946 επέστρεψε αποφασισμένος να λάβει μέρος στον 50ο μαραθώνα και να βοηθήσει τους Έλληνες.

Παρόλα αυτά το ταξίδι με το πλοίο θα του στερούσε απαραίτητες προπονήσεις ή ακόμη και την συμμετοχή του στον αγώνα, ενώ το αεροπορικό εισιτήριο για Παρίσι κόστιζε 575 δολάρια με τον ίδιο να δηλώνει: «Όταν άκουσα το ποσόν τρελάθηκα. Εκείνη την ημέρα θα πήγα 30 φορές πάνω κάτω την οδό Σταδίου». Μετά από αντιρρήσεις της συζύγου του, πούλησε την ηλεκτρική κουζίνα και το ραδιόφωνό τους, ενώ κατάφερε να λάβει και από την Δ.Ε.Η., όπου δούλευε, επιταγή 1.000 δολαρίων (από την ταραχή του ξέχασε να ευχαριστήσει). Όταν η τράπεζα αρνήθηκε να του δώσει συνάλλαγμα είπε αγανακτισμένος στον διευθυντή:

«Τρέχω για την Ελλάδα από το 1933, αγωνίζομαι για τη γαλανόλευκη, δεν είμαι κανένας τυχοδιώκτης».

Τελικά, στις 4 Απριλίου 1946 επιβιβάστηκε για πρώτη φορά σε αεροπλάνο, πετώντας για Αμερική.

Φτάνοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι κριτές του αγώνα ήταν έτοιμοι να του απαγορεύσουν τη συμμετοχή, καθώς ανησύχησαν πως δεν θα κατάφερνα να τρέξει. Ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν υπερβολικά αδύνατος και φαινόταν χλωμός.

Όμως ο Κύπριος δρομέας επέμεινε. «Ήρθα να τρέξω για επτά εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες». Και έτσι ο μάγειρας του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε, που ήταν Έλληνας ομογενής, τον βοήθησε να πάρει πέντε κιλά.

«Για την Ελλάδα Στέλιο μου! Για τα παιδιά σου!»

Στις 20 Απριλίου 1946, στις 12 το μεσημέρι, δόθηκε το σήμα έναρξης του αγώνα. Ο Κυριακίδης έτρεχε με όλο του το είναι σκεπτόμενος μόνο τους συμπατριώτες του πίσω στην Ελλάδα που υπέφεραν από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Ανάμεσα στους δρομείς ήταν ο κορυφαίος Τζον Κέλυ όμως κάποια στιγμή ένας δημοσιογράφος τον πληροφόρησε πως «Ο Τζον έσπασε, ώρα να προχωρήσεις». Εκείνη τη στιγμή, ένας παππούλης, Έλληνας ομογενής, τράβαγε τα μαλλιά του και φώναζε «Για την Ελλάδα Στέλιο μου! Για τα παιδιά σου!».

Ο Στέλιος Κυριακίδης τερμάτισε πρώτος, σημειώνοντας νέο ρεκόρ το οποίο διατηρήθηκε έως και το 1960.

Όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Τζον Κέλυ πως ένιωθε για τη δεύτερη θέση που εξασφάλισε, απάντησε: «Πώς θα μπορούσα να νικήσω εγώ έναν τέτοιο αθλητή; Εγώ αγωνιζόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Αυτός αγωνιζόταν για μια ολόκληρη πατρίδα».

Οι προτάσεις από τους Αμερικάνους έπεφταν βροχή. Άλλοι του ζήταγαν να παραμείνει στις Η.Π.Α. να λάβει υπηκοότητα και να αρχίσει να αγωνίζεται με αμερικανικές ομάδες, ενώ δεν έλειψαν και οι προτάσεις του Χόλιγουντ, που τον καλούσαν να γίνει ηθοποιός.

Ο Στέλιος Κυριακίδης όμως δεν ήθελε τίποτα για τον εαυτό του. Όταν τον ρώτησαν τι θέλει απάντησε: «Για μένα τίποτα. Μόνο για την Ελλάδα… Σας παρακαλώ μην ξεχάσετε τη χώρα μου».

Το «Πακέτο Κυριακίδη»

Τελικά ο Κυριακίδης κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα συγκεντρώνοντας το ποσό των 25,000 δολαρίων  ενώ η οικογένεια Λιβανού έστειλε δύο πλοία με είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα).

Για χάρη του φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δήλωσε «Είμαι περήφανος που είμαι Έλλην».