Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Όταν οι Βρετανοί αντίκρισαν για πρώτη φορά τη Λάρνακα, σχεδόν την μίσησαν. Είχαν να λένε για μια πόλη τραγικά βρώμικη, που αν πάθαινε ελονοσία θα αποτελούσε μία ανθυγιεινή βόμβα που θα κατέστρεφε το νησί. Ωστόσο, η παράλια πόλη δεν άργησε να μεταμορφωθεί σε μια κοσμοπολίτισσα πόλη, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τις υπόλοιπες.

Τέτοια ήταν η αλλαγή της πόλης του Ζήνωνα, που οι Βρετανοί σκέφτονταν να τη μετατρέψουν σε διοικητική πρωτεύουσα του νησιού. Ωστόσο, τα σχέδια τους, λένε οι τοπικοί μύθοι, χάλασε ένας πεισματάρης έμπορας. Ήταν ο Ριχάρδο Ματτέι, το όνομα του οποίου είναι συνδεδεμένο με την ιστορία της αγγλοκρατούμενης Λάρνακας.

Γεννημένος το 1826 στη Λάρνακα, σπούδασε γεωπονικά στην Ελβετία και μόλις επέστρεψε στην Κύπρο αποφάσισε να επιδοθεί με ζήλο στα οικογενειακά κτήματα που του είχαν αφήσει οι δικοί του. Ο Ριχάρδο Ματτέι υπήρξε ένα από τα πρώτα τρία διορισμένα μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου και υπηρέτησε στο αξίωμα αυτό από το 1878 έως το 1880 και από το 1887 έως το 1890.

Ο Ριχάρδο Ματτέι έγραψε τη δική του ιστορία, ως ο πλούσιος έμπορος του νησιού. Πέρα από αυτό όμως, του απονεμήθηκαν πολλές διακρίσεις αφού ασχολήθηκε εξαντλητικά με την καταπολέμηση των ακριδών που ταλαιπωρούσαν από τον Μεσαίωνα το νησί, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με την αποξήρανση των μεγάλων ελών που ήταν για χρόνια εστίες μολυσματικών ασθενειών.

Η αχάριστη κόρη

Μία από τις τοπικές παραδόσεις που κυκλοφορούν στη Λάρνακα, είναι αυτή της αχάριστης κόρης του Ματτέι. Λέγεται, πως ο Ιταλοκύπριος μεγιστάνας είχε υπό την προστασία του μια κοπέλα που αντιμετώπιζε ως δική του κόρη. Όταν αυτή παντρεύτηκε, έφυγε με τον σύζυγό της για την Ιταλία. Ο Ματτέι αν και της είχε μεταβιβάσει την περιουσία, κράτησε για τον εαυτό του τα δικαιώματα της διαχείρισης με τη μόνη προϋπόθεση να στέλνει κάθε μήνα ένα ικανοποιητικό ποσό στο ζευγάρι.

Όμως τα χρόνια πέρναγαν και ο γαμπρός του, που δεν δεχόταν άλλο αυτήν την κατάσταση, έπεισε την κόρη του να του ζητήσει με επιστολή να σταματήσει να χειρίζεται ο ίδιος την περιουσία τους. Ο Ματτέι έγινε έξω φρενών. Αποφασισμένος να τιμωρήσει την αχαριστία τους αυτή, εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του με τους Τούρκους Κυβερνήτες. Φορτώνοντας ένα άλογο με σακιά γεμάτα χρυσά φλουριά ξεκίνησε για τη Λευκωσία.

Φτάνοντας στον Κυβερνήτη του εξήγησε τα καθέκαστα, ζητώντας του απελπισμένα τη βοήθειά του. Ο Πασάς, μετά από εξέταση της περίπτωσης, ανακοίνωσε στον Ματτέι πως ήταν παράνομη η μεταβίβαση περιουσίας σε θηλυκούς απογόνους, άρα η μεταβίβαση που έκανε έπρεπε να κατασχεθεί από το κράτος. Ο Ιταλοκύπριος έμπορος πάγωσε. Ωστόσο, ο πασάς τον ενημέρωσε πως θα την αγοράσει και θα τη δημεύσει στην Τουρκία όπου θα τον ενημέρωνε μία εβδομάδα νωρίτερα ούτως ώστε να είναι ο μόνος πλειοδότης. Όπως και όντως έγινε.

Ο φιλάνθρωπος

Μετά από αυτήν την περιπέτεια, ο Ματτέι επιστρέφοντας στη Λάρνακα έγινε άλλαξε συμπεριφορά. Από φιλάργυρος και τοκογλύφος έγινε φιλάνθρωπος και προστάτης των φτωχών. Ξόδευε με μανία την περιουσία του, για να μην αφήσει τίποτα στους απογόνους του. Σιγά σιγά, υποθήκευσε τα κτήματα και τα υποστατικά του στην Οθωμανική Τράπεζα. Προς το τέλος της ζωής του, ανήμπορος να ελέγξει τα περιουσιακά του, η Ο.Τ. έστειλε έναν υπάλληλό της να τον ελέγχει. Τελικά, ο Ματτέι πέθανε το 1893, φτωχός και καταχρεωμένος.

Η οικία Richard Mattei την οποία αγόρασε το 1902 ο Ευρυβιάδης Αντωνιάδης (από την Οθωμανική Τράπεζα όπου ήταν υποθηκευμένη) για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της οικογένειάς του.

Η Λάρνακα πρωτεύουσα;

Το αρχοντικό του Ματτέι ήταν ίσως το πιο ωραίο της περιοχής. Φημολογείται πως μόλις έφτασαν οι Βρετανοί στο νησί, ο Ύπατος Αρμοστής, Σερ Γκάρνετ Γούλσλευ, ζήτησε να ενοικιαστεί το αρχοντικό του Ματτέι και να μετατραπεί σε διοικητική βάση. Όμως ο πεισματάρης έμπορας αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να στερήσει από την πόλη την ευκαιρία να γίνει η πρωτεύουσα του νησιού.

Το τέσσερα φανάρια

Το αρχοντικό αυτό αγόρασε τελικά ο Ευρυβιάδης Αντωνιάδης, ο οποίος είχε επιστρέψει από την Αλεξάνδρεια και το αγόρασε από την Οθωμανική Τράπεζα που δεν το χρειαζόταν άλλο, στην τιμή των 800 λιρών.

Το καλοκαίρι του 1946, οι ιδιοκτήτες του κτηρίου, τα εγγόνια του Ευρυβιάδη Αντωνιάδη, Ανδρέας, Ρένος και Κορίνα, άνοιξαν στο ισόγειο του υποστατικού ένα ζαχαροπλαστείο-περίπτερο που πουλούσε για πρώτη φορά στο κοινό της πόλης τα tosted sandwiches, τα milk shakes και τα ice-cream shakes, ονομάζοντάς το Wideson’s Milk Bar. Ένα χρόνο μετά, πρόσθεσαν ακόμη δύο δωμάτια στα οποία στέγασαν ένα εστιατόριο. Έως το 1950, το αρχοντικό είχε μετατραπεί σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της πόλης, όπου σταδιακά μετετράπη σε ξενοδοχείο. Το ξενοδοχείο σιγά σιγά μετετράπη σε «πρώτης τάξης» ξενοδοχείο. Από τα σαλόνια του πέρασαν μεγάλα ονόματα όπως  Νάνα Μούσχουρη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Ζαμπέτας, ο Σώτος Παναγόπουλος, ο Τάκης Μωράκης, ο Τώνης Μαρούδας, ο Τζίμης Μακούλης και πολλοί άλλοι.

Η παραλία των Φοινικούδων το 1950. Μόλις κτίστηκε ο πρώτος όροφος του ξενοδοχείου. Δεξιά η οικία Ευρυβιάδη. Το σκηνικό συμπληρώνουν, οι ξύλινες καμπίνες, το μαρμάρινο άσπρο δημόσιο ντους και οι λουόμενοι. Δεξιά το ξενοδοχείο Beau Rivage

Το ξενοδοχείο της προσφυγιάς

Το καλοκαίρι του 1974, το αριστοκρατικό ξενοδοχείο ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει ένα μεγάλο γκρουπ οργανωμένων τουριστών. Κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Αντί τουριστών, στα δωμάτιά του για αρκετό καιρό φιλοξενήθηκαν οι πρόσφυγες της κυπριακής τραγωδίας.

Όταν το 1989, ο διευθυντής του ξενοδοχείου Ανδρέας Ευρυβιάδης αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ανέλαβε τη διαχείριση του ξενοδοχείου Τουριστικός Οργανισμός. Κατεδαφίστηκε το 2009, κλείνοντας μια ζωή εξήντα μόλις χρόνων.

Πηγή φωτογραφιών: Κίτιο – Λάρνακα – Σκάλα