Της Ιλιάνας Κουλαφέτη
Εν ο πελλός που την πόρτα, εν να πιάεις τον Μίτα, η συτζιά του μαύρου και άλλες πολλές εκφράσεις της κυπριακής καθομιλουμένης, που χρησιμοποιούνται καθημερινά και εκφράζουν ακριβώς αυτό που θέλουμε να πούμε. Κι όλοι καταλαβαίνουν. Ποια είναι όμως η ιστορία της κάθε έκφρασης, πώς προέκυψε και ποια είναι όλα αυτά τα πρόσωπα που έχουν εισβάλει στην καθημερινότητά μας; Ο Μίτας, ο πελλός, ο μαύρος, η παπαθκιά έχουν δικές τους ιστορίες. Άλλες πραγματικές, άλλες φανταστικές συνδέονται με το παρελθόν και την κουλτούρα του νησιού.

Εν ο πελλός που την πόρταν

Αρχικά η έκφραση δεν βγάζει κανένα νόημα. Ωστόσο, όλοι καταλαβαίνουν. Ποιοι ξέρουν όμως τον πελλό; Η ιστορία αναφέρει πως κάποτε υπήρχαν δύο αδέλφια. Ο πελλός και ο πιο «έξυπνος» αδελφός του, οι οποίοι αποφάσισαν να βγουν στους δρόμους και να βρουν την τύχη τους. Φεύγοντας από το σπίτι ο έξυπνος φώναξε «Φερ’ τζιαι την πόρταν μιτά σου, ρε πελλέ», εννοώντας να την κλείσει. Ωστόσο, αυτός απλά πήρε μαζί του ολόκληρη την πόρτα και οι δυο τους άρχισαν να περιφέρονται στους δρόμους. Όταν το συνειδητοποίησε ο έξυπνος του είπε «ρε μα ΄σαι πελλός, κουβαλάς τζιαι την πόρτα μιτά σου;». Σε μία άλλη εκδοχή του παραμυθιού λέγεται πως ο έξυπνος αδελφός αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στο σπίτι του παπά. Έτσι ζήτησε από τον πελλό αδελφό του να πάνε να δουν αν είναι όμορφη η κόρη του παπά για να τη ζητήσει σε αρραβώνα. Το παραμύθι τελειώνει με την ίδια στιχομυθία και τον πελλό να κρατά την πόρτα του σπιτιού του παπά.

Και ποιος εν να τα κάμει, η Μαρικκού που τα Λεύκαρα;

Η Μαρικκού για όλες τις δουλειές. Η Μαρικκού που θα κάνει τα πάντα, μας έδωσε όλες τις πληροφορίες, της ανήκουν τα πάντα και εμφανίζεται παντού. Αν και η αρχική σημασία της έκφρασης αποδίδεται ερωτηματικά όταν κάποιος αρνείται να αναλάβει μία εργασία και τότε τίθεται το έρωτημα: κι αν δεν το κάνεις εσύ ποιος νομίζεις θα το κάνει, η Μαρικκού που τα Λεύκαρα;
Ωστόσο, η γνωστή και δυναμική Μαρικκού απαντά και σε άλλες ερωτήσεις:
  • Ποιος στο είπε; «Η Μαρικκού που τα Λεύκαρα»
  • Ποιος θα το κάνει; «Η Μαρικκού που τα Λεύκαρα»
  • Ποιος ήρθε; «Η Μαρικκού που τα Λεύκαρα»
  • Ποιού είναι; «Της Μαρικκούς που τα Λεύκαρα»

Ποια ήταν η Μαρικκού που τα Λεύκαρα;

Πολλοί υποστηρίζουν πως η Μαρικκού που τα Λεύκαρα ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο. Για του λόγου το αληθές, όταν το χωριό γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα σημείωσε σημαντική ανάπτυξη στο λευκαρίτικο κέντημα, μόνο μία γυναίκα έκανε το αυτονόητο: πήρε το γαϊδουράκι της, τα λευκαρίτικά της κεντήματα και γύριζε τα χωριά πουλώντας τα. Όταν έφτασε πίσω στο χωριό έφερε μαζί της πολλές λίρες. Ωστόσο, αγνοούμε το όνομά της. Για αυτό και μάλλον ονομάστηκε Μαρικκού από τους κατοίκους, οι οποίοι κρατάνε ζωντανή μέσω της προφορικής παράδοσης, την ιστορία αυτής της πρωτοπόρας και δυναμικής γυναίκας που τόλμησε να κάνει κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή της. Οι κάτοικοι πάντως του χωριού κάνουν λόγο για μια γυναίκα όμορφη, γύρω στα 45, πολυάσχολη, πληθωρική και λιγομίλητη με ιδιαίτερη αγάπη για το κέντημα. Στο πρόσωπο της Μαρικκούς ενσαρκώνονται οι δυναμικές γυναίκες που έχουν τη λύση για τα πάντα.

Εν της παπαθκιάς τα ξύλα

Η ιστορία αναφέρει πως κάποτε ένας παπάς έκοβε ξύλα και η παπαδιά άφηνε τους γείτονες να παίρνουν όσα θέλουν. Ο πατήρ που μουρμούραγε, έριχνε αυγά στον τοίχο, αφού η παπαδιά που δεν γνώριζε τον κόπο που χρειάζεται το κόψιμο των ξύλων, συνέχισε απτόητη να δίνει ξύλα στους γείτονες. Κάποια στιγμή τα ξύλα έλειψαν. Κι αναγκάστηκε να πάει να κόψει μόνη της. Και τότε συνειδητοποίησε πόσο δύσκολη δουλειά είναι και πως μετά από όλη αυτήν την κούραση δεν είναι για χάρισμα. Όταν λοιπόν ήρθε ο πρώτος γείτονας να πάρει ξύλα εκείνη είπε: «Τωρά εν της παπαθκιάς τα ξύλα!».

Τι εν δαμέσα, εν το χάνι του Ππάνζιαρου;

Μία έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει πως κάπου επικρατεί πλήρης ακαταστασία και χάος! Υπήρχε ο Ππάντζιαρος; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει. Ωστόσο η λέξη χάνι προέρχεται από το τουρκικό hun, το λεγόμενο δηλαδή πανδοχείο στο οποίο έκαναν στάση ταξιδευτές με τα ζώα τους για να ξεκουραστούν. Κάποιοι λένε πως το χάνι του Ππάντζιαρου βρισκόταν κάπου στον δρόμο Ερμού της Λευκωσίας και μονίμως ήταν ακατάστατο και υπερβολικά βρώμικο.

Όι, αγγούρι του Ππίγκου

Όταν θέλουμε να τονίσουμε την έντονη δυσαρέσκειά μας ή αντίθεση μας σε ένα ζήτημα λέμε επιφωνηματικά: Όι, αγγούρι του Ππίγκου! Και η συζήτηση λήγει. Η άρνησή μας έγινε κατανοητή. Οι άγιο Ηλιόφωτοι – Αλαμάνοι που αγιασαν στην Κύπρο Και πάλι όμως οι πληροφορίες γύρω από τον Ππίγκο και τα αγγούρια του που εκφράζουν την αγανάκτηση είναι σχεδόν μηδαμινές. Σύμφωνα με μία ερμηνεία, ο Ππίγκος ζούσε στο χωριό Χλώρακα της επαρχίας Πάφου και καλλιεργούσε τόσο καλής ποιότητας αγγούρια που κανείς δεν μπορούσε να τον φτάσει.

Σαν την Αλαμάνα

Σύμφωνα με το βιβλίο του Γιώργου Β. Γεωργίου «1099 κυπριακές παροιμίες και φράσεις», αυτή είναι μια έκφραση η οποία χρησιμοποιείται όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε μία μεγαλόσωμη, πληθωρική γυναίκα. Για την ιστορία, πιστεύεται πως 300 σταυροφόροι Αλαμάνοι, Γερμανοί στρατιώτες ήρθαν στην Κύπρο και «άγιασαν». Επειδή οι Αλαμάνοι ήταν παραδοσιακά μεγαλόσωμοι άνθρωποι, έκτοτε έμεινε η έκφραση ως χαρακτηριστικό. Εμείναμεν σαν έμεινε ο Χατζημάρκος πέρυσι Τον Χατζημάρκο τον χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι κάποιες φορές οι άνθρωποι δεν δείχνουν την απαιτούμενη προνοητικότητα σε κάποια θέματα ή προσοχή. Όμως ο Χατζημάρκος πώς έμεινε δηλαδή κι από τι έμεινε; Λέγεται πως ήταν ένας αρτοποιός στην Πάφο και μια μέρα ξέμεινε από κάρβουνα. Αποτέλεσμα να μην μπορεί να ψήσει τα προϊόντα του και να πάει χαμένη η φουρνιά. Μία άλλη εκδοχή υποστηρίζει πως ενώ οδηγούσε το ποδήλατό του, τρύπησε το λάστιχο και ξέμεινε για ώρες μέσα στον δρόμο.

Αχ τον γιο μου τον Βασίλη!

Ήταν μία νέα που γενικά αγχωνόταν πολύ. Καθώς λοιπόν περπατούσε με τη μητέρα της είδε μία συκιά κι αναφώνησε: «Μάνα! Αν κάνω γιο και τον πω Βασίλη κι ανέβει στη συκιά και πέσει κάτω κι έχει ένα γκρεμό και πεθάνει; Αχ! Τον γιο μου τον Βασίλη» κι αποκρίθηκε η μητέρα της «Αχ! Τον εγγονό μου τον Βασίλη»! Γενικά η έκφραση λέγεται για όσους προτρέχουν σε συμπεράσματα και μοιρολογούν για αβάσιμα κακά που φαντάζονται ότι θα πάθουν στο μέλλον.

Εν η συτζιά του μαύρου

Μια έκφραση που ακούγεται συχνά ειδικά όταν νιώθουμε πως κάποιος προσπαθεί να μας αδικήσει ή να μας φορτώσει επιπλέον ευθύνες και μάλιστα χωρίς καμιά αναγνώριση. Η ιστορία φαντάζει πραγματική και έχει τις ρίζες της στην τουρκοκρατία. Ήταν κάποτε ένας τούρκος αφέντης ο Κιόρογλου, στον οποίον ανήκε σχεδόν η μισή Λευκωσία. Από τα χωράφια του και την περιουσία του αποφάσισε να χαρίσει στον μαύρο υπηρέτη του την περιοχή της συκιάς, όπου βρισκόταν κοντά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Το χωράφι εκείνο που βρισκόταν κοντά σε βοσκότοπο είχε μία τεράστια συκιά της οποίας τον ίσκιο ζήλευαν πολλοί. Για αυτό πολλοί βοσκοί αποφάσιζαν να εκμεταλλεύονται τη συκιά και να κοιμούνται ή να ξεκουράζονται. Σιγά σιγά, η συκιά έγινε σημείο αναφοράς του βοσκότοπου, με πολύ κόσμο να εκμεταλλεύεται τη σκιά της και τους καρπούς της. Έτσι προέκυψε και η γνωστή έκφραση για κάποιον που «κατάντησε σαν την συτζιά του μαύρου». Το δέντρο δεν σώζεται αλλά σύμφωνα με μαρτυρίες μέχρι πρόσφατα υπήρχαν ακόμη ρίζες από τη συτζιά του μαύρου.

Εν να πιάεις τον Μίτα

Γενιές ολόκληρες χρησιμοποιούν αυτήν τη φράση χωρίς παρ’ όλα αυτά να γνωρίζουν την προέλευσή της. Συνήθως τη χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε με υπερβολή πως όταν κάποιος προσπαθεί να πετύχει ή να πάρει κάτι, ουσιαστικά στο τέλος δεν θα τα καταφέρει. Θα φύγει, δηλαδή, με άδεια χέρια. Ποιος ήταν όμως ο Μίτας και γιατί έμεινε το όνομά του τόσο βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μας ως κάτι το άπιαστο;
Ο Τζεμάλ Μεχμέτ Μίτας ήταν γνωστός εγκληματίας την περίοδο του ’40. Με καταγωγή από την Πάφο είχε καταδικαστεί πρώτα για κλοπή και αργότερα για δολοφονία. Τότε ανέβηκε στα βουνά, δημιούργησε τη δική του ληστοσυμμορία και εξαφανίστηκε. Οι αρχές τον αναζητούσαν για χρόνια και είχε καταντήσει κυριολεκτικά ο αητός της παρανομίας. Ο κόσμος χρησιμοποιούσε μία παρόμοια έκφραση ήδη από τότε λέγοντας «Που εν να πιαν τον Μίτα, βλέπουμε». Το όνομά του, το θράσος του και η επιδεξιότητά του, συνδέθηκαν στην κοινή μνήμη του νησιού με το «άπιαστο».