Για την άφιξη των τσιγγάνων στην Κύπρο δεν έχουμε ακριβή ιστορικά στοιχεία. Το πιο πιθανό, είναι πως έφτασαν στο νησί γύρω στο 1322-1400, όταν η Κύπρος βρισκόταν κάτω από την επικράτεια των Φράγκων και της δυναστείας των Λουζινιάν. Η περίοδος κατά την οποία υπολογίζεται πως εμφανίστηκαν οι πρώτοι Ρομά στο νησί, συμπίπτει με μία γενικότερη μετακίνησή τους από την Ασία προς την Ευρώπη.
Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη μετανάστευση των τσιγγάνων στο νησί. Κατά τη διάρκεια της ενετικής κυριαρχίας πολλοί Ρομά ήρθαν στην Κύπρο από την Κέρκυρα για να υπηρετήσουν στην ενετική φρουρά. Κατά την Οθωμανική κατάκτηση και αφού περιορίστηκε ο στρατιωτικός τους ρόλος, οι περισσότεροι εξισλαμίσθηκαν. Έτσι έμειναν γνωστοί ως Ρομά-Γκουρμπέτες ενώ υπήρχε και μία θρησκευτική ομάδα Χριστιανών Ορθόδοξων Ρομά που έμειναν γνωστοί ως Μάντηδες.

Γκουρμπέτσια . Η γλώσσα των εξισλαμισμένων Ρομά της Κύπρου

Με τη δημιουργία του Κυπριακού Κράτους αναγνωρίστηκαν στο νησί οι δύο κοινότητες, των ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων καθώς και οι θρησκευτικές μειοντότητες των Αρμενίων, Λατίνων και Μαρωνιτών. Οι Γκουρμπέτες δεν αναγνωρίστηκαν ως θρησκευτική μειονότητα, ωστόσο πολιτογραφήθηκαν ως Τουρκοκύπριοι. Μετά τον Αττίλα του ’74 οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν μαζί με τους τ/κ στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού. Οι πιθανότεροι λόγοι ένταξής τους στην τ/κ κοινότητα είναι περισσότερο γλωσσικοί παρά θρησκευτικοί ή εθνοτικοί. Κι αυτό γιατί η γκουρμπέτσια έχει πολλά κοινά με την τουρκική. Οι περισσότεροι έχουν εγκατασταθεί στη Μόρφου και στην Αμμόχωστο. Αντιθέτως οι χριστιανοί Μάντια, που οι περισσότεροι ζουν στη Λάρνακα, διατηρούν πρώτα την ελληνική τους ταυτότητα και ακολούθως την Ρομά.
Σύμφωνα με την Πελεκανή Χρύσω, τα Γκουρμπέτσια μιλιούνται μόνο από τους Ρομά της Κύπρου. Αποτελεί προφορική γλωσσική ποικιλία της Τουρκοκυπριακής διαλέκτου. Η διάλεκτος δανείζεται λέξεις από την Περσική, Κουρδική, Αρμενική και Αραβική. Ως προς το λεξιλόγιο παρουσιάζουν ομοιότητες και με την Ρομανί-Καλντεράς. Το λεξιλόγιο αφορά στην καθημερινή ζωή και σχετίζεται με τα φαγητά, τα ρούχα, την επίπλωση του σπιτιού, τις οικογενειακές σχέσεις και τις εμπορικές συναλλαγές. Σύμφωνα με μία ερμηνεία, η κυπριακή λέξη «κουρούπεττος» και η ονομασία των Ρομά Γκουρμπετών έχουν την ίδια ρίζα. Χωρίς να έχουν όμως την ίδια σημασία. Η λέξη «κουρούπεττος», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που περιφέρεται άσκοπα και είναι ατημέλητος, προέρχεται από την τουρκική λέξη gürbet που σημαίνει ξένος. Βάσει της ίδια λογικής, οι Τούρκοι της Κύπρου, λέγεται πως για να ξεχωρίσουν τους Ρομά, τους ονόμασαν γκουρμπέτες. Ξένους, δηλαδή, που περιφέρονται άσκοπα.

Φάλια. Το τσιγγάνικο χωριό της Πάφου

Οι περισσότεροι τσιγγάνοι σήμερα εντοπίζονται σε Λάρνακα, Μόρφου και Αμμόχωστο. Κάποιοι βρίσκονται σε Λεμεσό και Πάφο. Σε ένα από τα χωριά της Πάφου, τη Φάλια φαίνεται να έζησαν οι περισσότεροι Ρομά μετατρέποντας το χωριό σε αμιγώς τσιγγάνικο. Αν και σήμερα η Φάλια είναι ταξινομημένη ως τουρκοκυπριακό χωριό, εντούτοις οι αναφορές δύο περιηγητών ανατρέπουν τα δεδομένα.
Ο πρώτος περιηγητής David George Hogarth, στο βιβλίο του «Devia Cypria Notes of An Archaeological Journey in Cyprus in 1888», αναφέρει τα εξής: Το χωριό Φάλια «Στο κέντρο του βουνού κάτω από τον Άγιο Φώτιο βρίσκεται η Φάλια, οι κάτοικοι της οποίας είναι τσιγγάνικης προέλευσης, εκτός εάν η κρίση μου είναι πολύ ελαττωματική. Κανένα άλλο χωριό στην Κύπρο δεν εμφανίζει το ίδιο περίεργο είδος, που είναι ιδιαίτερα αισθητό στις γυναίκες, που παρουσιάζονται, αν και μουσουλμάνες, όχι μόνο να είναι απαλλαγμένες από το φερετζέ, αλλά να αποτείνονται και να μιλούν ανοιχτά με έναν ξένο σε παρειά ανδρών. Έχω παρατηρήσει ένα ίσο βαθμό ελευθερίας μόνο στα απομακρυσμένα μουσουλμανικά χωριά της Καρπασίας, οι κάτοικοι της οποίας σίγουρα δεν είναι τουρκικής καταγωγής. Αυτές οι κυρίες της Φάλειας φορούν επίσης μια αφθονία από χρυσά στολίδια, μοναδικά στην Κύπρο. Τα πρόσωπα τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών έχουν ακραία μελαψότητα, τα μαλλιά τους είναι κατάμαυρα, ωραία μύτη και χείλη, πολύ λαμπερά μάτια και τα αυτιά τους είναι μικρά. Υπάρχει μια μικρή ομοιότητα με τους Μαραθεύτες (κατοίκους της Μαραθάσας), που θεωρούνται από τους Κύπριους ότι είναι απόγονοι των Φοινίκων αποίκων, αλλά σε γενικές γραμμές η ομοιότητα είναι μάλλον με τον τύπο του τσιγγάνου με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι στη Δύση».
Το 1918, ένας δεύτερος περιηγητής ο George Jeffery, στο βιβλίο του «A description of the historic monuments of Cyprus. Studies in the archaeology and architecture of the island», μας πληροφορεί ότι «η Φάλια είναι ένα περίεργο χωριό του οποίου οι κάτοικοι έχουν πιστωθεί με τσιγγάνικη καταγωγή: σίγουρα φαίνονταν να έχουν διαφορετικό χαρακτήρα και ενδυμασία από τους γείτονές τους κάποια λίγα χρόνια πίσω». Σήμερα υπολογίζεται πως στο νησί ζουν γύρω στους 2.000 ή 3.000 Ρομά.
*Με πληροφορίες και φωτογραφίες από το ιστολόγιο NOCTOC