Και οι τρεις μαζί αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν μιας άλλης Λεμεσού. Τα ονόματά τους, γνωστά όχι μόνο στην επαρχία Λεμεσού, αλλά και παγκυπρίως, συνοδεύονταν από διάφορες τραγελαφικές ιστορίες δημιουργώντας γύρω από το όνομά τους μύθους και ιστορίες. Αρκοντής, Κιαζίμης, Πάρπας. Ποιοι ήταν οι «επιφανείς πελλοί» της Λεμεσού που έγιναν χριστουγεννιάτικη κάρτα; Ο καθένας τους είχε μια πολύ ξεχωριστή ιστορία, όμοια με κινηματογραφικό σενάριο.

Ο φιλάνθρωπος Αρκοντής

Γνωστός ως Αρκοντής, ή Πελλ’ Αρκοντής, ο Γεώργιος Ζήνωνος Χρυσοστομίδης, ήταν ο καρπός ενός παράνομου έρωτα που μεγάλωσε φτωχός και ρακένδυτος στους δρόμους της Λεμεσού. Ο πατέρας του  Ζήνωνας Χρυσοστομίδης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προύχοντας της επαρχίας Λεμεσούς. Τη μεγάλη του περιουσία απέκτησε από τον επιχειρηματία πατέρα του Θεόδωρο, ο οποίος όταν πέθανε άφησε κληρονομιά τα πάντα στους δύο του γιους, Ζήνωνα και Ευγένιο (ή Ευαγόρα κατ’ άλλους). Όμως οι δύο γιοι δεν ήταν τόσο «προκομμένοι» όσο έπρεπε για να διαχειριστούν τη μεγάλη περιουσία που άφησε ο πατέρας τους Θεόδωρος. Γνωστοί στη Λεμεσό για την έκλυτη και άσωτη ζωή τους, σπαταλούσαν τα χρήματά τους χωρίς λόγο ενώ παράλληλα παραμελούσαν τις σοδειές που τους είχαν κάνει πλούσιους.

Ο πατέρας του Αρκοντή, Γεώργιος Ζήνωνας, παντρεύτηκε το 1890 μία κοπέλα από την επαρχία Πάφου. Αυτό ωστόσο, δεν τον εμπόδισε από το να συνεχίσει να διατηρεί παράνομους δεσμούς. Ένας από αυτούς τους δεσμούς ήταν και η μητέρα του Αρκοντή, Αρχοντία, η οποία εργαζόταν στα κτήματα ως εργάτρια.

Όταν έμαθε πως η Αρχοντία ήταν έγκυος την παράτησε στην κυριολεξία ενώ δεν παραδέχτηκε ποτέ πως ήταν πατέρας του παιδιού. Παρατημένοι μάνα και γιος μεγάλωσαν στην απόλυτη φτώχεια, τη παραγνώριση και την κοινωνική κατακραυγή.

Χωρίς να τελειώσει το σχολείο έπιασε δουλειά στα κτήματα του πατέρα του. Μαθημένος στη φτώχεια, ο Αρκοντής προτιμούσε να χαρίζει στους εργάτες μέρος της σοδειάς για να μην πεινάνε, κάτι που όταν το έμαθε ο Γεώργιος Ζήνωνας, τον έδιωξε από τη δουλειά.

Τότε ο Αρκοντής ξεκίνησε να περιφέρεται στους δρόμους ως ζητιάνος. Ήταν πάντοτε λερωμένος, ρακένδυτος, χωρίς παπούτσια, φορώντας στους ώμους του ένα βαρύ παλτό, χειμώνα καλοκαίρι. Από πάνω του κρεμόταν μια κατσαρόλα, ένα πιάτο και ένα σεντόνι στο οποίο φύλαγε τα φαγητά που του έδιναν οι Λεμεσιανοί. Οι μανάβηδες της αγοράς τον αναγνώριζαν και του έδιναν φρούτα, ενώ τα παιδιά τον έκαμαν χάζι και αυτός απάνταγε «Δεν πειράζει να’ στε καλά».

Ο Αρκοντής, για όσους δεν τον γνώριζαν καλά, ήταν απλά ένας ρακένδυτος επαίτης. Για όσους όμως αφιέρωσαν λίγο περισσότερο χρόνο να τον μάθουν, μπορούσαν να δουν, πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο ευαίσθητο, φιλάνθρωπο και συμπονετικό. Ο Αρκοντής μοιραζόταν με τους υπόλοιπους επαίτες τα φιλοδωρήματα που του άφηνε ο κόσμος ενώ με ένα μέρος των χρημάτων που μάζευε, αγόραζε καραμέλες για τα φτωχά παιδιά της μπαρακογειτονιάς Αγίου Νικολάου.

Μάλιστα, μια μέρα ο Αρκοντής αποφάσισε να αναφέρει όλα τα προβλήματα των φτωχογειτονιών και δη των παιδιών στον Δήμαρχο της πόλης, Πλουτή Σέρβα. Ο δήμαρχος του ζήτησε να τον συνοδεύσει στο αυτοκίνητό του και μαζί να πάνε μέχρι τις παραγκογειτονιές. Φτάνοντας εκεί όλα τα παιδάκια αναγνώρισαν τον Αρκοντή, όχι όμως τον Δήμαρχο. Ο Σέρβας βλέποντας την κατάσταση με τα εγκαταλειμμένα παιδιά αποφάσισε να κτίσει την Παιδική Στέγη εκεί που είναι ο χώρος στάθμευσης του Εναέριου, προσφέροντας ένα χώρο διαμονής και φροντίδας.

Ο Αρκοντής μαζί με τον Κιαζίμη

Λέγεται πως ο Αρκοντής δεν ξέχασε ποτέ τον πατέρα του που τον πέταξε στον δρόμο. Όταν έμαθε πως ο γέρος του έχασε τα πάντα πήγαινε από το ξημέρωμα έξω από το σπίτι του και του άφηνε τα λίγα χρήματα που μάζευε από τα φιλοδωρήματα του κόσμου. Ο παλιός προύχοντας της Λεμεσού, όταν άνοιξε το παράθυρο και είδε τον Αρκοντή έμεινε άναυδος. Ο Αρκοντής γύρισε και του ‘πε: «Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη ν’ ανοίξεις το παράθυρο;».

Ο Αρκοντής της Λεμεσού, σκοτώθηκε από χτύπημα αυτοκινήτου μια χειμερινή βροχερή βραδιά, γύρω στις 6 στις 14 Νοεμβρίου του 1970 στην οδό Αγίας Ζώνης πιο πάνω από τον κινηματογράφο ΑΡΙΕΛ, που οδηγεί στη Μέσα Γειτονιά σε ηλικία περίπου 63 χρονών.

Κιαζίμης, ο «ανταγωνιστής» και φίλος

Ήταν το αντίπαλο δέος του Αρκοντή, ωστόσο οι δυο τους μαζί αποτελούσαν το άπαιχτο δίδυμο τρέλας της πόλης. Ο Κκιαζίμης, Τουρκοκύπριος της Λεμεσού, συναγωνιζόταν καθημερινά τον Αρκοντή στην επαιτεία. Ήταν όμως διαφορετικός στη συμπεριφορά. Ο Κκιαζίμης γνωστός και ως «ππάλα Κιαζίμη», κατηγορούσε τους ιθύνοντες της πόλης για όλα τα κακά και όσα εκφωνούσε ήταν «ππάλα». Μάλιστα, όσους δεν συμπαθούσε τους έφτυνε στον δρόμο. Όποιος περαστικός ήθελε να τον κουρδίσει λίγο παραπάνω του έλεγε «Αχά φτου Κιαζίμη».

Ο Αρκοντής ενοχλημένος από τη δραστηριότητα του Κιαζίμη στις ελληνοκυπριακές συνοικίες, επιτίθεντο στον αντίπαλό του, προσφέροντας στους θεατές ένα ψυχαγωγικό θέαμα της πάλης των «πελλών». Πολλές φορές οι δυο τους έστηναν τις μάχες, αφού ο κόσμος μαζευόταν γύρω τους και απολάμβανε. Κάποιες στιγμές επενέβαινε και η αστυνομία για να τους χωρίσει και να απομακρύνει το πλήθος.

Κάποια στιγμή οι θαυμαστές τους διοργάνωσαν μία στημένη δίκη στο δικαστήριο με συνεννοημένο πραγματικό δικαστή, για να δώσει λύση στη συνεχή σύγκρουσή τους. Τότε ο Αρκοντής ρώτησε τον Δικαστή: «Γίνεται δύο τρελοί να περιφέρονται στην ίδια πόλη;». Έτσι ο δικαστής, αφού τους «άκουσε», αποφάσισε να χωρίσει τη Λεμεσό στα δύο. Αποφασίστηκε λοιπόν ο Κιαζίμης να κινείται στην περιοχή από το γεφύρι των Τεσσάρων Φαναριών και πέρα σ’ όλη τη δυτική Λεμεσό και ο Αρκοντής από τα Τέσσερα Φανάρια και σ’ όλη την υπόλοιπη ανατολική Λεμεσό.

Όμως και οι δύο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και ο ένας νοιαζόταν για τον άλλο λέγοντας μεταξύ τους «ρε πελλέ μου».

Την «ππάλαν» του διαμελισμού την οποίαν παρέλαβε σήμερον ο δόκτωρ, την εκράδαινεν ο Κιαζίμης απο αρκετών ετών ως φαίνεται εκ της μοναδικής αυτής γελοιογραφίας ειλημμένης εκ παλαιάς εκδόσεως της Λεμεσιανής σατιρικής εφημερίδας «Γέλιο». Υ.Γ. Αμφότεροι Κιαζίμης και Κουτσιούκ κυκλοφορούν ελεύθερα / ΠΗΓΗ: Αψίδα

Ο μουσικός Πάρπας

Ο τελευταίος της χριστουγεννιάτικης κάρτας ήταν ο γνωστός σε όλους, Πάρπας. Ήταν ο μουσικός της παρέας, ο οποίος καθόταν στα πεζοδρόμια, ρακένδυτος και λερωμένος με ένα βιολί και τραγουδούσε τους ευφάνταστους στίχους που σκαρφιζόταν. Άλλοτε τραγουδούσε για τη Λεμεσό τραγουδώντας: «Λιόντρα, Νιου Γιορκ, Βουδαπέστη, Λωζάνη, την Λεμεσόν μας καμιά μα καμιά σας δεν πιάνει.

Γιατί καμιά σας δεν έχει, Αρκοντήν ούτε Κιαζίμην, μα ούτε και μπάρπαν να βγάζει λόγους στο καλτερίμιν. Ο αμαξάς λέει σε μια δούλα ερωτιάρα, παίζει του στούπου η κιθάρα». Άλλοτε οι στίχοι του ήταν περισσότερο πολιτικοί: «εδώσαν μου έδωσαν μου μια πότσα ζιβανία κι ορκίστηκα να μην τη πιω να κάψω τη Αγγλία».

Φωτογραφίες και Πληροφορίες Λεμεσού Μνήμες