29 Αυγούστου 1976. Λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, τα παιδιά του Παρισσινού στον Στρόβολο έπαιζαν αμέριμνα, όπως κάθε μέρα άλλωστε, στις αυλές των σπιτιών τους. Εκείνο το πρωί, η Κ.Ν. θα έλειπε για λίγο από το σπίτι και φρόντισε να «παραγγείλει» στην 11χρονη κόρη της, «να μην ανοίξει την πόρτα σε κανέναν άγνωστο, όσο θα έλειπε». Η μικρή υπάκουσε τη μητέρα της. Ωστόσο, άνοιξε την πόρτα στον 14χρονο θείο της ο οποίος κρατούσε ένα στιλέτο, η μικρή όμως δεν το πρόσεξε.

Η 11χρονη ήταν ανυποψίαστη. Μόλις είδε τον θείο και φίλο της, παραμέρισε ολόχαρη για να περάσει να της κάνει παρέα, μιας και ήταν μόνη της τόση ώρα. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να ανησυχεί. Η μητέρα της της είπε να μην ανοίξει σε κάποιον άγνωστο, όχι όμως να αγνοήσει και τους συγγενείς.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο 14χρονος κοίταξε την 11χρονη ανηψιά του αγριεμένα. Τότε μόνο η μικρή κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο 14χρονος έβγαλε το στιλέτο κι άρχισε να την κυνηγάει μέσα στο σπίτι.

Οι κραυγές για βοήθεια ακούστηκαν μέχρι έξω, όμως ήταν πλέον αργά για οποιαδήποτε βοήθεια. Ο 14χρονος Κ.Γ. άρπαξε τη μικρή και την κάρφωσε στο στομάχι, το στήθος και την καρδιά 17 φορές!

Οι γείτονες έτρεξαν να ενημερώσουν τη μητέρα της μικρής που ψώνιζε λίγα μέτρα πιο κάτω. Όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τα σκαλοπάτια της αυλής αντίκρισαν ένα ματωμένο πέδιλο.

Τότε είδαν τον 14χρονο, ο οποίος τις παραμέρισε και άρχισε να τρέχει. Η μητέρα της 11χρονης χωρίς να δώσει σημασία, έτρεξε στο υπνοδωμάτιο.

Η κόρη της κειτόταν στο πάτωμα αναίσθητη μέσα σε μια λίμνη αίματος. Δυο ώρες μετά και αφού τον εντόπισαν τα σκυλιά της αστυνομίας, υπέδειξε στις αρχές το στιλέτο με το οποίο κατακρεούργησε την 11χρονη: ήταν ένας «αθώος» χαρτοκόπτης.

Ο λόγος για το φονικό δεν αναφέρθηκε ποτέ στις εφημερίδες.