7 Αυγούστου 1989. Ώρα 10:30 πρωινή, ημέρα Τρίτη. Τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά στην κεντρική λεωφόρο Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό. Ο κόσμος μπαινοέβγαινε στα καταστήματα, χάζευε τις βιτρίνες ή βιαζόταν να πάει στη δουλειά. Μέχρι που κάποια στιγμή μια γυναίκα άρχισε έντρομη να ουρλιάζει. Ένας άντρας μόλις της είχε επιτεθεί με τον μπαλτά. Μπροστά στο κατάστημα της ΕΣΕΛ, ο δρόμος βάφτηκε κόκκινος από το αίμα.

Το επόμενο λεπτό, ο 40χρονος άντρας που έβγαλε τον μπαλτά από μία λευκή, νάυλον σακούλα, προσπαθούσε να επιτεθεί σε όποιον περαστικό έβλεπε. Ο κόσμος πανικόβλητος φώναζε

«φύετε, φύετε, κάποιος σφάζει τον κόσμο»

Το πρώτο θύμα του 40χρονου ήταν μία  42χρονη νοικοκυρά που κοντοστάθηκε στον πάγκο ενός λαχειοπώλη. Η γυναίκα ξαφνικά ένιωσε μία μαχαιριά στον ώμο και μία στο σβέρκο. Η υπάλληλος του ΕΣΕΛ, θυμάται την 42χρονη να τρέχει προς την είσοδο, πανικόβλητη και αιματοβαμμένη.

«Βρισκόμουν κοντά στην ανοιχτή πόρτα της εισόδου, όταν έτρεξε κοντά μου και μ’ αγκάλιασε μια άγνωστη γυναίκα λουσμένη στα αίματα, που φώναζε «ο άντρας μου, ο άντρας μου». Νόμισα ότι την πυροβόλησε ο άντρας της με πιστόλι. Σφηνώθηκε πάνω μου και δεν με άφηνε ενώ εγώ προσπαθούσα να την καθησυχάσω. Προσπάθησα να δω ποιος ερχόταν να τη σκοτώσει. Βγήκα έξω και στη γωνία, στο πεζοδρόμιο, είδα αυτόν τον κοντό άντρα να κρατά ένα μεγάλο μαχαίρι και να πισωπάτα. Άρχισα να ουρλιάζω, καλώντας τα αυτοκίνητα να σταματήσουν για να μεταφέρουν τη γυναίκα στο νοσοκομείο. Αλλά κανένας δεν σταμάτησε».

Μόλις η γυναίκα απομακρύνθηκε ο 40χρονος με τον μπαλτά σήκωσε το φονικό όπλο και επιτέθηκε στον 68χρονπο λαχειοπώλη. Ο άντρας ασυναίσθητα για να προφυλαχθεί σήκωσε το χέρι του. Τότε ο μπαλτάς τον βρήκε στο αριστερό χέρι και το πεζοδρόμιο γέμισε αίματα.

Ο κόσμος πανικόβλητος έτρεχε προς αντίθετη κατεύθυνση από τον άντρα που έσφαζε όποιον έβρισκε και προειδοποιούσε τους υπόλοιπους να μην κατευθυνθούν προς την ΕΣΕΛ. «Κάποιος είναι εδώ και σφάζει κόσμο, φύγετε», έλεγαν οι περισσότεροι.

Το ντελίριο δεν σταμάτησε εκεί. το επόμενό του θύμα ήταν μία αμέριμνη 27χρονη. Ο άντρας την άρπαξε από τα μαλλιά και τη χτύπησε στον λαιμό.

Τον μαινόμενο άντρα σταμάτησε ένας 63χρονος φθαρτοπώλης που είδε όλο το σκηνικό. Άρπαξε ένα ξύλο και έτρεξε κοντά του χτυπώντας το χέρι με το οποίο κράταγε την «ππάλα». «Μόλις τον κτύπησα, έμεινε κι έστεκε εκεί απαθής και ακίνητος», περιέγραφε ο Ι.Κ. στο ρεπορτάζ του Περιοδικού.

Σε λίγη ώρα έφτασε η αστυνομία η οποία πέρασε χειροπέδες στον άντρα και τον κατεύθυνε στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας.

Όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο 40χρονος άντρας με τον μπαλτά εκείνο το πρωινό είχε εξαφανιστεί από το ψυχιατρείο στο οποίο νοσηλευόταν. Όπως είπε, σηκώθηκε και άκουσε φωνές που τον κατεύθυναν στη Λεμεσό. Χωρίς να έχει δολοφονικό σκοπό, εκτελούσε ότι του έλεγαν οι φωνές στο κεφάλι του.

Τα τρία θύματα

Το τραγικό παρελθόν του 40χρονου, αφηγήθηκε ένας συγχωριανός του.

«Ήταν πάντα μια ζωή δυστυχία και καταπίεση. Στο χωριό δεν δημιούργησε ποτέ κανένα πρόβλημα. Ήταν βοσκός όταν ήταν νέος όπως και οι γονείς του. Πάμφτωχη οικογένεια, δεν υπήρχε κανείς που να τον πήγαινε στον γιατρό έγκαιρα, να μεριμνήσει για αυτόν. Νομίζω έπιασε τύφο όταν ήταν μικρός και τον πείραξε στον εγκέφαλο. Ήταν 18 χρονών και τον έδερναν μωρά 10 ετών. Έγινε 20 ετών για να κυκλοφορήσει κάτω στην πόλη. Με τα χρόνια η κατάστασή του χειροτέρευε. Κι έτσι έφτασε στο σημείο σήμερα, να σφάζει ανθρώπους στον δρόμο».