18 Δεκεμβρίου 1983. Ένα τέταρτο πριν το ρολόι δείξει τρεις το μεσημέρι, πυροβολισμοί αναστάτωσαν την περιοχή του Αγίου Κασιανού στην καρδιά της Λευκωσίας. Η κ. Νιόβη, κάτοικος της γειτονιάς, άνοιξε το παράθυρό της να δει τι συνέβαινε. Τότε αντίκρισε αιμόφυρτο τον εθνοφρουρό Τρύφωνα Τρύφωνος.

Χωρίς να χάσει χρόνο έτρεξε προς το φυλάκιο. Τότε είδε τον σύζυγό της να κρατά στην αγκαλιά του τον ετοιμοθάνατο νεαρό, ο οποίος με αδύναμη φωνή ψιθύριζε «μάνα». «Επαίξαν τον», της είπε ένας άλλος εθνοφρουρός, εννοώντας τους Τούρκους του κατεχόμενου φυλακίου.

Δέκα λεπτά νωρίτερα ο Τρύφωνας είχε πιάσει κουβέντα με τους στρατιώτες της κατεχόμενης ζώνης. Αυτό βέβαια ήταν κάτι που δεν συνέβαινε πρώτη φορά, αφού αρκετοί εθνοφρουροί της ελεύθερης και της κατεχόμενης περιοχής έπιαναν την κουβέντα για να περάσει η ώρα. Τότε κάποια στιγμή, δύο Τούρκοι στρατιώτες του φυλακίου των κατεχομένων είδαν τους δύο νέους να μιλάνε και εξαγριώθηκαν. Ξυλοφόρτωσαν τον δικό τους και κατευθείαν σημάδεψαν τον Τρύφωνος χωρίς να σκεφτούν.

Ενώ οι κάτοικοι προσπαθούσαν να καλέσουν βοήθεια, ο σύζυγος της κ. Νιόβης, Γιάννης είχε ήδη βάλει τον Τρύφωνα στο αυτοκίνητό του και έτρεχε να τον πάει στο Νοσοκομείο, Στον δρόμο φώναζε στα υπόλοιπα αυτοκίνητα να κάνουν στην άκρη. Όπως έλεγε ο ίδιος «είχε στο αυτοκίνητό του έναν εθνοφρουρό που χαροπάλευε». Σε λιγότερο από δέκα λεπτά έφτασε στο Γενικό Νοσοκομείο. Ωστόσο, οι γιατροί δεν κατάφεραν να σώσουν τον Τρύφωνα.

«Μέσα στο αυτοκίνητο που τον μετέφερα, του μιλούσα διαρκώς. Του έλεγα: Μη φοβάσαι, σε λίγο φθάνουμε στο νοσοκομείο. Εκείνος δεν έλεγε τίποτε… ούτε βογκούσε…», θυμόταν ο Γιάννης.

Ο «τυχαίος πυροβολισμός»

Την επόμενη ημέρα, ο λεγόμενος «Υπουργός Εξωτερικών και Άμυνας» του ψευδοκράτους, κ. Ερτεκιούν, δήλωσε πως το γεγονός έπρεπε να αντικριστεί υπό το φως των αυξανόμενων ελληνοκυπριακών προκλήσεων». Προχωρώντας σε ακόμη πιο προκλητικές δηλώσεις τόνισε ότι

«το θλιβερό επεισόδιο συνέβη όταν ο εθνοφρουρός προέβη σε υβριστική συμπεριφορά έναντι του στρατιώτη των τουρκοκυπριακών δυνάμεων ασφαλείας που εκτελούσε χρέη σκοπού και συνέχισε τις προκλήσεις του με ύβρεις και ανήθικη συμπεριφορά, στρέφοντας το όπλο του προς τον σκοπό μας. Ο τουρκοκύπριος στρατιώτης σαν φυσική ενέργεια άμυνας εκπυρσοκρότησε τυχαία».

Ο ψευδοϋπουργός δήλωσε πως το περιστατικό ήταν μεμονωμένο. Ωστόσο, είχε ξεχάσει πως πριν τον Τρύφωνος δολοφονήθηκαν άλλοι δύο Ελληνοκύπριοι εθνοφρουροί και ακολούθησαν μετά άλλοι τέσσερις.