Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Το 327 μ.Χ. μία άγρια θαλασσοταραχή έριξε στα παράλια της Κύπρου την Αγία Ελένη, λίγο μετά το ταξίδι της στα Ιεροσόλυμα. Τότε η μητέρα του Μέγα Κωνσταντίνου, με θεϊκή συμβουλή, αποφάσισε να κτίσει στο νησί τρεις μονές. Ήταν η Μονή Τιμίου Σταυρού στο Όμοδος, η Μονή Σταυροβουνίου και η Μονή της Τόχνης. Στην κάθε μια άφησε από ένα πολύτιμο αντικείμενο: κομμάτι από το τίμιο ξύλο και σχοινί στο Όμοδος, στο Σταυροβούνι και έναν θαυματουργό σταυρό στην Τόχνη. Έναν Σταυρό που όρισε τις παραδόσεις της Τόχνης με φοβερά θαύματα και ιστορίες ζήλιας, αρπαγών, πυρκαγιών και θαλασσοταραχών.

Η Αγία Ελένη στην Κύπρο

Λίγο μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, η Φλάβια Ιουλία Ελένη, γνωστή ως Αγία Ελένη, πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στους Αγίους Τόπους. Κύριο κίνητρό της για το ταξίδι αυτό, ήταν να φέρει στο φως ιστορίες και γεγονότα από τις περιοχές στις οποίες έζησε ο Ιησούς Χριστός.

Ωστόσο, η Αγία Ελένη είχε κι άλλα κίνητρα. Και ένα από αυτά ήταν η συγχώρεση που ζήταγε από τον Θεό για τις εγκληματικές πράξεις του γιου της Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε δολοφονήσει τον γιο του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα, όσο η μητέρα του έλειπε. Το 326 μ.Χ. βρέθηκε στην Παλαιστίνη και από εκεί σε όλους τους Αγίους Τόπους. Το ταξίδι της είχε χαρακτήρα φιλανθρωπικό, αφού προσπαθούσε να ξεπλύνει τις ενοχές και τις τύψεις της για τις στυγερές δολοφονίες του γιου της και να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των υπηκόων της αυτοκρατορίας στις ανατολικές επαρχίες.

Έτσι ανέλαβε μία κοπιαστική αποστολή να ανακαλύψει τα μέρη στα οποία έζησε ο Χριστός. Μετά από τις ανασκαφές που διεξήγαγε σε Βηθλεέμ και Γολγοθά, ανακάλυψε τους τόπους της Γέννησης, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού. Όμως ταυτόχρονα ίδρυε μονές και ανήγειρε ιδρύματα κοινής ωφελείας, συντηρούσε ολόκληρες κοινότητες και βοηθούσε με κάθε δυνατό τρόπο τους κατοίκους των περιοχών. Μία άγρια θαλασσοταραχή όμως άλλαξε τα σχέδιά της και αναγκάστηκε να αγκυροβολήσει στις ακτές της Κύπρου.

Περιφερόμενη σε διάφορα χωριά της Κύπρου, ίδρυσε εκκλησίες και μονές. Μετά την ίδρυση της Μονής στο Σταυροβούνι και την εκκλησία στην Τόχνη, κατευθύνθηκε και στο Όμοδος, όπου υπήρχε ήδη Μονή και εκεί χάρισε κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό.

Ο θαυματουργός Σταυρός της Τόχνης

Στο μικρό, πέτρινο χωριό της Τόχνης η Αγία Ελένη έκτισε ένα γεφύρι και μια εκκλησία. Στην εκκλησία αυτή, που σήμερα δεν υπάρχει, χάρισε διάφορα εκκλησιαστικά ήδη με κυριότερο και πολυτιμότερο ένα μέρος του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος έμεινε γνωστός ως ο «θαυματουργός Σταυρός της Τόχνης», η ιστορία του οποίου δεν υπήρξε απλά, αλλά γεμάτη «θαλασσοταραχές».

Ο ζηλιάρης πάπας και η αρπαγή

Σύμφωνα με το Χρονικό του χρονικογράφου Λεόντιου Μαχαιρά,  ο Σταυρός ήταν πολύ γνωστός για τα θαύματα που προκαλούσε με αποτέλεσμα να προκαλέσει και τη ζήλια των κατακτητών Λατίνων του νησιού, οι οποίοι δεν ήθελαν να αποδεχθούν τη θαυματουργή φύση του ορθόδοξου συμβόλου. Για αυτό, και κατηγορώντας τους Έλληνες για «μαγεία» και όχι θαύματα του Σταυρού, ένας Λατίνος πάπας, εκνευρισμένος και πλημμυρισμένος από ζήλια, αποφάσισε να κλέψει τον σταυρό. Ήταν ο Ιωάννης Σανταμαρίν. Ένα βράδυ του 1318, κατευθύνθηκε προς την Τόχνη, άρπαξε τον Σταυρό και κρύβοντάς τον κάτω από τον μανδύα του έτρεξε προς την ακτή όπου τον περίμενε ένα καράβι για να τον πάρει. Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα, αφού μόλις ο παπάς ανέβηκε και άνοιξαν τα πανιά, σηκώθηκε μεγάλη τρικυμία και όλοι κινδύνευσαν να πνιγούν. Ο παπάς κατέβηκε από το καράβι και αφού «απογύμνωσε» τον Σταυρό από τα πολύτιμα αντικείμενά του, ασήμι και πέτρες, τον πέταξε στη χαρουπιά του Αβράν στο χωριό Καλαμούλλι[1] και ευθύς αποβιβάστηκε στο πλοίο για να φύγει.

Το όνειρο του σκλάβου

Ο Σταυρός παρέμεινε εκεί στη χαρουπιά για 22 ολόκληρα χρόνια. Τότε, το 1340, το όνειρο ενός μικρού σκλάβου τον έφερε πάλι στο φως. Το όνομά του ήταν Γεώργιος και εργαζόταν ως βοσκόπουλο αφού είχε σκλαβωθεί από τους πειρατές και πουληθεί στο χωριό Καλαμούλλι.

Ο μικρός βοσκός έβλεπε πολύ συχνά ένα όνειρο, για το οποίο πολλοί τον είπαν «τρελό» και πως τον έχουν κυριεύσει ψευδαισθήσεις του διαβόλου. Σύμφωνα με το όνειρό του, κάποιος τον φώναζε με το όνομά του και του έλεγε πως αν πλησιάσει θα του δώσει έναν θησαυρό που δεν θα έχει τέλος.

Ο μικρός βοσκός δεν έδωσε σημασία στα λόγια των υπολοίπων και συνέχισε τη δουλειά του, ενώ το όνειρο επαναλαμβανόταν. Ένα μεσημέρι, κουρασμένος από τη βόσκη, έπεσε να κοιμηθεί κοντά στη χαρουπιά του Αβράν, όπου ο Λατίνος παπάς έριξε τον Σταυρό πριν 22 χρόνια. Ο ύπνος δεν ερχόταν και όπως κοίταζε ψηλά τα κλαδιά της χαρουπιάς, αποφάσισε να κόψει ένα με τη μαγκούρα του για να το φάει. Η μαγκούρα του όμως πιάστηκε μέσα στα κλαδιά και ο Γεώργιος άρπαξε μία πέτρα για να την πετάξει και να πέσει η μαγκούρα κάτω. Μα μόλις έπιασε την πέτρα, είδε τα κλαδιά της χαρουπιάς να αρπάζουν φωτιά και φοβισμένος φώναξε «Τρέξτε γιατί κάποιοι έβαλαν φωτιά στη χαρουπιά και προσπαθούν να μας κάψουν». Οι χωριανοί πανικοβλημένοι, ρίχνοντας νερό και χτυπώντας τις φλόγες προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά. Τότε άνοιξε ο κορμός του δέντρου και μια ευωδιαστή μυρωδιά συνόδευσε το θαύμα που αντίκρισαν: ο ζωοποιός Σταυρός ξεπετάχτηκε μέσα από τα κλαδιά. Ο μικρός βοσκός πλέον δικαιωνόταν για το όνειρό του και από εκείνη τη στιγμή τα θαύματα διαδέχονταν το ένα το άλλο.

Ο Σταυρός στον βασιλιά

Όταν η φήμη του Σταυρού διαδόθηκε, ο επίσκοπος Λευκάρων[2] ζήτησε να δει τον θαυματουργό Σταυρό. Όμως ο μικρός Γεώργιος μη θέλοντας να τον δώσει, τον πήρε και τον έδωσε στον βασιλιά. Ο βασιλιάς βλέποντας πως ήταν θαυματουργός τον κράτησε δικό του για 11 μέρες, όταν ένας τρομερός εφιάλτης τον ανάγκασε να τον δώσει πίσω στον Γεώργιο, ζητώντας του να μεταφέρει τον Σταυρό στην Κερύνεια για να θεραπεύσει τους εκεί άρρωστους.

Την εποχή εκείνη βρισκόταν στη Λευκωσία ο Φράγκος επίσκοπος της Αμμοχώστου, που ονομαζόταν αδελφός Μαρά. Αυτός ακούγοντας τα θαυμαστά θαύματα του Σταυρού, αλλά και τις ψευτιές που διέδιδαν οι Λατίνοι πως «Οι Έλληνες παραπλανούν τον λαό και τον οδηγούν σε αίρεση, λέγοντας πως ο Σταυρός είναι φτιαγμένος από Τίμιο Ξύλο και καταντούν ειδωλολάτρες και διαδίδουν άπρεπα πράγματα» κυριεύτηκε από φθόνο και ζήτησε από τον βασιλιά Ούγο να εξετάσει την αλήθεια πίσω από τον Σταυρό μόνο με φωτιά και αίμα. «Θα βάλουμε φωτιά στο ξύλο κι αν καεί τότε δεν είναι το τίμιο ξύλο. Κι αν κάποιος αιμορραγεί και ακουμπήσει το ξύλο και σταματήσει να αιμορραγεί, τότε είναι όντως θαυματουργό».

Το θαύμα της μουγκής

Ο βασιλιάς Ούγος δέχθηκε να πραγματοποιήσει ο επίσκοπος την εξέταση του Τιμίου Σταυρού. Παρούσα εκεί ήταν και η σύζυγός του, η οποία τρία χρόνια πριν θέλησε να μπει στρην αντρική Μονή του Μαχαιρά και τότεδέθηκε η γλώσσα της από την Παναγιά της Μαχαιριώτισσα. Βλέποντας την προσπάθειά τους να κάψουν τον Σταυρό, λύθηκε η γλώσσα της και φώναξε «Άπιστοι! Εγώ πιστεύω πως αυτό το ξύλο είναι κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό».

Ο ναός του Αγίου Δομετίου

Η θεία της βασίλισσας, Μαρία ντ’ Ιμπελέν, βλέποντας το θαύμα αποφάσισε να ανοικοδομήσει μία εκκλησία εις τιμήν του Σταυρού. Με τη βοήθεια του μοναχού Γαβριήλ (του μικρού βοσκού Γεώργιου, που μετά την εύρεση του Σταυρού, αποφάσισε να μονάσει), αποφάσισαν να κτίσουν τον ναό τον σημερινό Άγιο Δομέτιο, ονομάζοντάς τον Σταυρό Φανερωμένο.

Σήμερα ο ναός και η Μονή που κτίστηκε τριγύρω είναι άφαντα, το ίδιο και ο Σταυρός. Ωστόσο, ο θαυματουργός Σταυρός της Τόχνης ζει και βασιλεύει μέσα από τις παραδόσεις των πιστών της Κύπρου και αποτελεί μαζί με τους άλλους δύο σταυρούς σε Όμοδος και Σταυροβούνι, μέρος της θρησκευτικής ιστορίας του νησιού.

Όλες οι πληροφορίες είναι από το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά

[1] Το χωριό Καλαμούλλι ήταν μεσαιωνικός οικισμός που σήμερα δεν σώζεται. Μνημονεύεται ξανά στο Χρονικό του Μαχαιρά αλλά και του Γεώργιου Βουστρώνιου, ενώ στην επαρχία Πάφου επιζεί τοποθεσία με την ονομασία Καραμούλληδες.

[2] Ορθόδοξος επίσκοπος