Ήταν 5 Νοεμβρίου 2009 όταν ένας υπόκωφος ήχος αναστάτωσε τη Λευκωσία. Μία βόμβα που μόλις είχε εκραγεί στο φυλάκιο κοντά στην Πύλη Πάφου της Παλιάς Λευκωσίας. Ένας υπολοχαγός μόλις είχε χάσει τη ζωή του.

Ήταν 10:50 το πρωί. Ο Υπολοχαγός Χαράλαμπος Χαραλάμπους, κατά τη διάρκεια καταμέτρησης του πολεμικού υλικού που υπήρχε στο φυλάκιο πήρε στα χέρια του μία χειροβομβίδα και άρχισε να την επεξεργάζεται.

Τότε ακούστηκε ένας μικρός ήχος, ένα «προειδοποιητικό κλικ». Η βόμβα, που όπλισε μόνη της, ήταν έτοιμη να εκραγεί μέσα σε δευτερόλεπτα. Ο Υπολοχαγός Χαράλαμπος με μία κοφτή διαταγή, διέταξε τους στρατιώτες να βγουν έξω. Ο ίδιος σε μία κίνηση αυτοθυσίας αγκάλιασε με το σώμα του τη χειροβομβίδα, για να μπορέσει να ελαχιστοποιήσει το κακό. Ένα βαθύ τραύμα στην καρδιά του έκοψε το νήμα της ζωής.

Στο φυλάκιο επικράτησαν σκηνές αρχαίας τραγωδίας. Ένα πυκνό σύννεφο καπνού σκέπασε τα πάντα. Οι στρατιώτες που μόλις που πρόλαβαν να βγουν από την αποθήκη πλησίασαν το ματωμένο σώμα του Υπολοχαγού τους, που κείτονταν νεκρός στο πάτωμα.

Ο τότε Υπουργός Αμύνης, Κώστας Παπακώστας μίλησε για «ανθρώπινο λάθος», περίμενε ωστόσο την έρευνα να ξεκαθαρίσει το τοπίο.

Ο πατέρας του δόκιμου Ανδρέα Χριστοδούλου, δήλωσε ότι αν εκρήγνυντο τα πυρομαχικά που υπήρχαν στην αποθήκη, θα ανατιναζόταν ολόκληρο το τετράγωνο.

Τελικά οι έρευνες απέδειξαν πως ο θάνατος του Χαράλαμπου Χαραλάμπους, όχι μόνο δεν προκλήθηκε από ανθρώπινο λάθος αλλά η κίνησή του να αγκαλιάσει τη βόμβα λειτούργησε σαν ασπίδα, αφού τα θραύσματα της χειροβομβίδας ήταν ικανά να ανατινάξουν ολόκληρη την αποθήκη που είχε πυρομαχικά και τότε το κακό θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο.

Στην αποθήκη υπήρχαν κι άλλες ελαττωματικές χειροβομβίδες, που είχαν αλλοιωθεί από καιρό.