Της Μαρίας Χριστοδούλου

Στην Κύπρο του 20ου αιώνα, οι Άγγλοι αποικιοκράτες προσπαθούσαν εμπράκτως να καλλιεργήσουν γεωργική συνείδηση, στα πλαίσια των έντονων προσπαθειών της κυβέρνησης για την προώθηση της γεωργίας έναντι της κτηνοτροφίας ως κύριο βιοποριστικό μέσω των Κυπρίων. Για αυτόν τον λόγο προχώρησαν στην ίδρυση μιας πρωτότυπης σχολής, που άλλη δεν είχαν δει οι Κύπριοι με τον τίτλο «Γεωργική Σχολή». Μία Σχολή, στη φιλοσοφία της οποίας τα βιβλία και οι αίθουσες διδασκαλίας δεν είχαν καμία θέση. 

Πρώτες αναφορές

Ο όρος «Γεωργική Σχολή» αναφέρεται συνήθως στη διετή και έπειτα τριετή Γεωργική Σχολή, που λειτούργησε από το 1913 μέχρι και το 1933 στο κτήριο του Υπουργείου Γεωργίας που στεγαζόταν στον Άγιο Δομέτιο, στη Λευκωσία, κάτω από την εποπτεία του Γεωργικού Τμήματος. Ωστόσο, από τις αρχές του 20ου αιώνα θεσπίστηκε στην Κύπρο η γεωργική εκπαίδευση και η πρώτη αναφορά για ίδρυση Γεωργικής Σχολής εντοπίζεται στο 1903.

Ο Παναγιώτης Γεννάδιος (1848-1917), πρώτος Διευθυντής του Γεωργικού Τμήματος

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η πρώτη αναφορά στην γεωργική εκπαίδευση των αγροτών – και πόσο μάλλον σε ίδρυση σχολής – έγινε από τον πρώτο Επιθεωρητή Γεωργίας, τον Ελλαδίτη φυτολόγο και γεωπόνο Παναγιώτη Γεννάδιο (1848-1917) το 1896. Ωστόσο, η πρώτη αναφορά στην ανάγκη σύστασης γεωργικής σχολής βρίσκεται μάλλον στο «Παγκύπριον Υπόμνημα υπό τους Χριστιανούς της Κύπρου» του 1880, και κατά τους συντάκτες αποτελεί «μέσον συντελεστικόν προς ανάπτυξιν» της Γεωργίας στο νησί.[1]

Τα πρώτα βήματα

Το 1899 ψηφίστηκε το «Περί επαγγελματικής παιδεύσεως νομοσχέδιον», βάσει του οποίου θα ιδρυόταν σχολείο στη Λευκωσία, υπό τη διεύθυνση του Διευθυντή Γεωργίας, με παροχή εργαλείων και χώρου πρακτικής εξάσκησης, όπου κυβερνητικοί υπάλληλοι θα δίδασκαν σιδηρουργική, ξυλουργική και θα παρέδιδαν διαλέξεις για τις καλλιέργειες δέντρων και αγροκήπων, για την κτηνοτροφία και την ιχνογραφία, καθώς και για γνώσεις μηχανικής. Δικαίωμα εγγραφής στη σχολή είχαν και μαθητές και ενήλικες, ενώ σημειωνόταν πως μετά από τρία χρόνια οι διοριζόμενοι δημοδιδάσκαλοι θα έπρεπε να ήταν αποκλειστικά απόφοιτοι της συγκεκριμένης σχολής, με πιστοποιητικό ικανότητας.[2]

Το τσιφλίκι της Αθαλάσσας και η ίδρυση της Σχολής

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1903, ο Γεννάδιος κατάφερε να πείσει την Κυβέρνηση να αγοράσει το τσιφλίκι της Αθαλάσσας, μεγάλη έκταση στην οποία θα δημιουργείτο αγροτική έπαυλη που θα λειτουργούσε ως φυτώριο και πειραματικός γεωργικός σταθμός του Τμήματος Γεωργίας.[3] Στα τέλη του 1909 ο νέος Επιθεωρητής Γεωργίας, Διομήδης Σαρακωμένος πρότεινε την «Πρακτική Γεωργική Σχολή εν Λευκωσία»,[4] όπου η φοίτηση και η διαμονή θα ήταν δωρεάν, ενώ οι φοιτητές θα επιχορηγούνταν και με ένα σελίνι την ημέρα[5] από το Ταμείο του Γεωργικού Τμήματος.

«Η Γεωργική Σχολή δεν φιλοδοξεί να καταρτήσει γεωπόνους, αλλά γεωργούς δυναμένους να εκμεταλλευθώσι την γη κατά τας υποδείξεις των γεωργικών της επιστήμης ανακαλύψεων, και ικανούς να επιδοθώσιν εις την γεωργικήν βιομηχανίαν με το πλεονέκτημα της γνώσεως των εφαρμοστέων μέτρων και μεθόδων…»[6]

Η Σχολή θα δεχόταν μαθητές από όλες τις επαρχίες και έκαστος θα λάμβανε μόρφωση ανάλογη με τις προσφερόμενες γεωργικές ευκαιρίες που του παρείχε η επαρχία του. Η φιλοσοφία πίσω από τη Σχολή ήταν πως αφού θα τελείωναν τη φοίτηση τους οι, καταρτισμένοι πλέον, νέοι «αμέσως ικανοί απερχόμενοι εις τα χωρία των να μυήσωσι άπαντας τους εγχωρίους των εις τα επωφελείς γνώσεις».[7]

Στρουθοκάμηλοι από το Σουδάν στην Αθαλάσσα

Οι πρώτοι σπουδαστές

Το φθινόπωρο του 1911 οι πρώτοι οχτώ φοιτητές έγιναν δεκτοί στους κυβερνητικούς κήπους στη Λευκωσία. Εκπαιδεύονταν στην ανατροφή διαφόρων σπορόφυτων, τις ειδικές καλλιέργειες κάθε σοδειάς, τις επιδράσεις των χημικών λιπασμάτων, μεθόδους κλαδέματος, εμβολιασμού και εκβλάστησης, καθώς επίσης και τη γνωριμία με νέα λαχανικά και οικονομικές μονάδες, την καλλιέργεια καρποφόρων δέντρων˙ πρωτίστως πρακτικά, αλλά και θεωρητικά.[8]

«το να αφήνεις ένα παιδί να μεγαλώσει χωρίς να έχει σπείρει ένα σπόρο ή να έχει αναθρέψει ένα φυτό είναι έγκλημα ενάντια στην πολιτισμένη κοινωνία».[9]

Το προσωπικό

Το καθηγητικό προσωπικό απάρτιζαν εκτός από τον Σαρακωμένο, ο εντομολόγος και υπεύθυνος της σηροτροφίας του Γεωργικού Τμήματος Ζήνων Σολωμίδης,[10] ο Α. Κλόκαρης,[11] Επιμελητής του πειραματικού κήπου Λευκωσίας και ειδικός σε θέματα λιπασμάτων και άλλων νεότερων συστημάτων καλλιέργειας, εδαφολογία και λιπασματολογία, ο Ξ. Θεοχαρίδης για τη δεντροκομία, ο Ι. Φούμης για κλάδεμα, σκάλισμα δέντρων, καλλιέργειες αμπελιών, οινοποιίας και ελαιοκομίας, ο χημικός της Κυβέρνησης, Φράνσις,[12] και ο Γ. Φράγκος,[13] «πατέρας», και Επόπτης των σχολικών κήπων από το 1914,[14] μελισσοκόμος και λάτρης της χλωρίδας και αρχαιολογίας του τόπου.[15]

Η «Μεγάλη Γεωργική Σχολή»

Το 1912, όταν ο William Bevan διορίστηκε Διευθυντής της Γεωργικής Σχολής,[16] επικράτησαν φήμες για «μεγάλη Γεωργική Σχολή» στον Άγιο Δομέτιο. Η Γεωργική Σχολή – ή και Γεωργικό Κολλέγιο – μεταφέρθηκε στον Άγιο Δομέτιο και η εκεί λειτουργία της άρχισε τον Οκτώβριο του 1913 με 35 μαθητές – 23 Έλληνες και 12 Μουσουλμάνους.[17]

Η Κυβερνητική Γεωργική Σχολή το 1913

Η θεωρητική διδασκαλία των μαθητών γινόταν κατά τα πρωινά, ενώ η πρακτική τα απογεύματα. Στη διάθεση της σχολής ήταν το φυτώριο Λευκωσίας για προετοιμασία εδάφους για σπορά, μοσχεύματα, μπόλιασμα και κλάδεμα, ο πειραματικός κήπος Λευκωσίας για παρακολούθηση των πειραματικών καλλιεργειών και το φυτώριο Αθαλάσσας για κατασκευή σανού και σιρού, καθώς επίσης και για τη διατροφή και περιποίηση διαφόρων ειδών ζώων και πουλερικών. Στο χώρο της σχολής υπήρχε τυροκομείο για βουτυρομέτρηση και κατασκευή βουτύρου και τυριού, μελισσοκομείο για επιθεώρηση κυψελών, αλλά και κατασκευή τεχνιτών κυψελών και κηρηθρών, το κονσερβοποιείο για κατασκευή μαρμελάδων και κονσερβών, το βυρσοδεψείο για κατεργασία δερμάτων, το χημείο για απόσταξη αιθέριων ελαίων και αναλύσεις, το πτηνοτροφείο για τις εκκολάψεις και, τέλος, το σηροτροφείο για εκκόλαψη μεταξόσπορου και εκτροφή μεταξοσκωλήκων.[18] Πολύ σύντομα θεσπίστηκαν και οι σχολικές εκδρομές σε διάφορα μέρη της Κύπρου για επιτόπια διδασκαλία και μελέτες.

Συνεχής εξέλιξη

Σχεδόν 20 χρόνια μετά από την έναρξη των προσπαθειών η ετήσια Γεωργική Έκθεση του 1919-1920 έγραφε: «έχουμε άρα το έμβρυο για μία συνεχή γεωργική εκπαίδευση. Πρώτα το δημοτικό σχολείο με τους σχολικούς του κήπους, μετά η Γεωργική Σχολή με το διετές πρόγραμμα σπουδών της, έπειτα ο Σύλλογος Αποφοίτων της Γεωργικής Σχολής με την ετήσια ευκαιρία που δίδεται στα μέλη του για δεκαήμερες συνευρέσεις και διαλέξεις, πρακτική εξάσκηση υπό την επίβλεψη του Τμήματος, καθώς και της δωρεάν ενημέρωσης τους για νέα βιβλιογραφία επί των γεωργικών θεμάτων…»[19]

Από το 1928 το Γεωργικό Τμήμα φρόντιζε για την μετεκπαίδευση των διδασκάλων σε γεωργικά θέματα,[20] ενώ παράλληλα έστελνε και στο εξωτερικό Κύπριους απόφοιτους της Γεωργικής Σχολής για περαιτέρω ειδίκευση.[21] Τον επόμενο χρόνο εντάχθηκαν στη Γεωργική Σχολή μαθήματα στα Αγγλικά και Γαλλικά και οι μαθητές έπρεπε πλέον να φορούν στολή[22] για καλύτερο παρουσιαστικό.

Η μεταφορά και το κλείσιμο της Σχολής

Λόγω έλλειψης χώρου η Σχολή δεν μπορούσε να δεχτεί περισσότερους μαθητές και γι’ αυτό προτάθηκε όπως η Γεωργική Σχολή μεταφερθεί στον Κεντρικό Πειραματικό Κήπο.[23] Το 1930 ιδρύθηκε η Κεντρική Πειραματική Έπαυλη Μόρφου, μέρος της οποίας παραχωρήθηκε στο Γραφείο Παιδείας για να χρησιμοποιηθεί για την ίδρυση Διδασκαλικού Κολλεγίου και της Γεωργικής Σχολής.[24]

Μετά τα Οκτωβριανά του 1931 η οικονομία του νησιού περιήλθε σε άσχημη κατάσταση, γεγονός που δεν άφησε ανεπηρέαστο το Γεωργικό Τμήμα. Το Δεκέμβριο του 1932 ο Διευθυντής Γεωργίας, D. L. Blunt, ανήγγειλε την αναστολή της έκδοσης του Γεωργικού Παραρτήματος της Κυπριακής Γκαζέττας, λόγω οικονομικών δυσκολιών.[25] Το 1933, επίσης για οικονομικούς λόγους, η Γεωργική Σχολή ή το Γεωργικό Κολλέγιο Λευκωσίας σταμάτησε τη λειτουργία του.[26] Τον ίδιο καιρό «η Κυβέρνηση έδινε υποσχέσεις για την μεγάλην Γεωργικήν Σχολήν του Μόρφου».[27] Μέρος των εργασιών της Γεωργική Σχολής μεταφέρθηκε στην Πειραματική Έπαυλη Μόρφου, όπου θα δημιουργείτο Διδασκαλικό Κολλέγιο[28] – η λειτουργία του οποίου βρισκόταν πλέον στα χέρια του Γραφείου Παιδείας – και όπου «η γεωργία θα είναι ένα αναπόσπαστο και σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσης που θα λαμβάνουν οι δάσκαλοι».[29]

[1] Εφημερίδα Νέον Κίτιον, Λάρνακα 23 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1880.

[2] Εφημερίδα Σάλπιγξ, Λεμεσός 26 Ιουνίου 1899.

[3] Πανάρετος, ό.π., σ. 55.

[4] Εφημερίδα Πατρίς, Λευκωσία 30 Δεκεμβρίου 1909.

[5] Το 1920 οι μαθητές έπαιρναν 12 γρόσια την ημέρα (1 σελίνι=10 γρόσια). Εφημερίδα Αλήθεια, Λεμεσός, 31 Ιουλίου 1920. Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 14 Αυγούστου 1920. Εφημερίδα Σάλπιγξ, Λεμεσός 24 Αυγούστου 1920.

[6] Εφημερίδα Σάλπιγξ, Λεμεσός 13 Αυγούστου 1910.

[7] Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 25 Δεκεμβρίου 1909.

[8] «Agricultural School», The Cyprus Journal. A quarterly review of the agriculture and industries of Cyprus, αρ. 21, Απρίλιος 1911, σ. 543.

[9] «School Gardens», The Cyprus Journal. A quarterly review of the agriculture and industries of Cyprus, αρ. 25, Απρίλιος 1912, σ. 618.

[10] Πανάρετος, ό.π., σ. 70.

[11] Στο ίδιο, σ. 71.

[12] Εφημερίδα Ελευθερία, Λευκωσία 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1913.

«Course of Agricultural Instruction for Schoolmasters», The Cyprus Journal. A quarterly review of the agriculture and industries of Cyprus, αρ. 31, Οκτώβριος 1913, σ. 714.

[13] Στο ίδιο.

[14] Στο ίδιο, σ. 79.

[15] Εφημερίδα Ελευθερία, Λευκωσία 26 Νοεμβρίου/9 Δεκεμβρίου 1911.

[16] Εφημερίδα Πατρίς, Λευκωσία 11 Απριλίου 1912.

[17] Annual Report of the Director of Agriculture for the Year 1919-1920, Λευκωσία 1920, σ. 11.

[18] Στο ίδιο, σ. 78-79.

[19] Annual Report of the Director of Agriculture for the Year 1919-1920, Λευκωσία 1920, σ. 13.

[20] Ο Διευθυντής Γεωργίας εισηγήθηκε όπως τα διδασκαλία γίνουν 2ετή από 3ετή, με την υποχρέωση όμως οι απόφοιτοι να μην έχουν το δικαίωμα να εξασκήσουν το επάγγελμα του διδασκάλου αν δε φοιτούσαν για ακόμα ένα χρόνο στη Γεωργική Σχολή. Εφημερίδα Φωνή της Κύπρου, Λευκωσία 27 Οκτωβρίου 1928.

[21] Πανάρετος, ό.π., σ. 91.

[22] «Cyprus Agricultural College, Nicosia», The Cyprus Agricultural Journal. A quarterly review of the agriculture, forestry and trade of Cyprus, τομ. ΧΧΙV, αρ. 4, Οκτώβριος 1929, σ. 133.

[23] Annual Report of the Director of Agriculture for the Year 1929, Λευκωσία 1930, σ. 31.

[24] Πανάρετος, ό.π., σ. 91-93.

[25] Κυπριακή Γεωργική Εφημερίς. Τριμηνιαία επιθεώρησις της γεωργίας, δασοκομίας και εμπορίου της Κύπρου, τομ. 28, τχ. 1, Μάρτιος 1933, σ. 7.

[26] Στο ίδιο, σ. 104.

[27] Εφημερίδα Πρωινή, Λευκωσία 24 Αυγούστου 1933.

[28] Οι εργασίες για ανέγερση του άρχισαν το 1936 και εκτιμούσαν ότι το Σεπτέμβριο του 1937 θα άρχιζε τη λειτουργία του. Annual Report of the Department of Agriculture for the Year 1936, Λευκωσία 1937, σ. 25.

[29] Annual Report of the Department of Agriculture for the Year 1935, Λευκωσία 1936, σ. 30.