Το κλίμα στην Κύπρο μια μέρα πριν το Πραξικόπημα ήταν τεταμένο. Ήδη επικρατούσε από καιρό η τρομοκρατία των παρακρατικών οργανώσεων, οι πολιτικές δολοφονίες ενώ η προβληματική σχέση Μακαρίου-Αθηνών δεν διεύκολυνε καθόλου την πολιτική κατάσταση. Οι φήμες για ανατροπή του Μακαρίου έδιναν κι έπαιρναν, όμως ο Πρόεδρος δεν εγκατέλειπε τη Λευκωσία.

Την παραμονή της 15ης Ιουλίου ένα ναυλωμένο αεροπλάνο επέστρεψε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας στις 4:30 το πρωί. Εξήντα άνδρες κατέβηκαν γρήγορα γρήγορα και αφού παραλήφθηκαν από στρατιωτικά αυτοκίνητα εξαφανίστηκαν μέσα στο σκοτάδι. Καμία υποψία, καμία διερεύνηση, κανένας έλεγχος, καμία παρέμβαση για την αποτροπή αυτής της αποστολής.

Ο μόνος που παραξενεύτηκε για αυτήν την κίνηση, ήταν ο τότε λειτουργός κινήσεως των Κυπριακών Αερογραμμών Αβιβός Βασιλαράς που εκείνη τη μέρα είχε κληθεί να αντικαταστήσει συνάδελφό του. Αν και βρισκόταν σε ένα γάμο τον οποίο δεν ήθελε να εγκαταλείψει, που μεταξύ άλλων καλεσμένος ήταν και ο Νίκος Σαμψών, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη δουλειά του.

Μόλις έφτασε στο αεροδρόμιο έλαβε οδηγία από τη διεύθυνση της εταιρείας για να διευθετηθεί η αποστολή αεροπλάνου ναυλωμένης πτήσης προς την Αθήνα και στη συνέχεια η επιστροφή του. Λίγη ώρα μετά ο κ. Βασιλαράς παρακολουθούσε από το γραφείο του την αποβίβαση των 60 ενήλικων ανδρών. Ήταν πασιφανές πως επρόκειτο για Έλληνες αξιωματικούς που είχαν σταλθεί για να διευθετήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες του Πραξικοπήματος.

Ο μόνος άνθρωπος που εισηγήθηκε την εκδίωξή τους ήταν ο Βάσος Λυσσαρίδης. Ωστόσο, έλαβε την αρνητική απάντηση του Μακαρίου που φοβόταν να μην τον κατηγορήσουν πως επεδίωκε την αποδυνάμωση της Εθνικής Φρουράς.

Λίγες ώρες αργότερα, το Προεδρικό Μέγαρο βαλλόταν από τα τεθωρακισμένα άρματα των «πατριωτών» της Χούντας.

Πληροφορίες: Η πτήση των Κυπριακών Αερογραμμών από Αθήνα στις 14 Ιουλίου που πέρασε απαρατήρητη απ’ όλους, του Αδάμου Κόμπου