Της Μαρίας Χριστοδούλου

 

Το 1878 η προσοχή του Υπουργείου Εσωτερικών της Αγγλίας ήταν στραμμένη στη φύτευση Eucalyptus Globulus. Ο Joseph Hooker, διευθυντής των Βασιλικών Βοτανικών Κήπων, πρότεινε στην κυπριακή αποικιακή Κυβέρνηση να προχωρήσει στην πρόσληψη ενός καταξιωμένου μελετητή για τον εν λόγω ζήτημα. Έτσι, ο Ύπατος Αρμοστής προσέλαβε τον A. E. Wild, δασονόμο της Ινδικής Δασικής Υπηρεσίας, ο οποίος παρέμεινε στην Κύπρο για τρεις μήνες (χειμώνας 1878-1879). Μεταξύ 1878 και 1879 εισήχθησαν από τον Διοικητή F. A. Weld σπόροι ευκαλύπτου από την Τασμανία και άλλες ποικιλίες από τους Βασιλικούς Κήπους της Αγγλίας. Φυτεύτηκαν 3000 ευκάλυπτοι στη Λάρνακα και άλλοι στη Λευκωσία, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν φυτώρια σε Λευκωσία και Αμμόχωστο.

Η «Έκθεση Wild»

Ο Wild εξέτασε την κατάσταση των δασών και αφού πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στα δάση του νησιού (εκτός από το δυσπρόσιτο δάσος Πάφου)[1], εκπόνησε την «Έκθεση περί των προς νότον και δυσμάς δασών της Κύπρου» (Forests in the South and West of the Island of Cyprus), ή απλούστερα «Έκθεση Wild», όπως έμεινε γνωστή.

Στις πρώτες παραγράφους κάνει μία αναδρομή στα δάση του νησιού, υποστηρίζοντας ότι το πρώτο βήμα προς την φτωχοποίηση των δασών έγινε από την εκτεταμένη τους χρήση από τους Λουζινιανούς για σκοπούς ναυπηγίας.[3] Οι επόμενοι κατακτητές της Κύπρου, οι Βενετοί, χρησιμοποίησαν τα δάση για παρόμοιους λόγους, αλλά πιο συνετά, λαμβάνοντας υπόψιν τη διατήρηση τους.[4] Τέλος, οι Οθωμανοί παρουσιάστηκαν ως οι κύριοι υπαίτιοι για την τότε άσχημη κατάσταση των δασών.[5]

Το εξώφυλλο της Έκθεσης Wild

Γενικότερα παρουσίασε διαλυμένη εικόνα των δασών, επιβεβαιώνοντας πολλούς περιηγητές της εποχής, και εισηγήθηκε αναδάσωση με ευκάλυπτους.[6] Συγκεκριμένα, πρότεινε την καθιέρωση των φυτειών του Eucalyptus globulus Labille στο κύριο δάσος για την παροχή συμπληρωματικής προμήθειας καυσίμων και τη δωρεάν ή σε πολύ χαμηλή τιμή διανομή δενδρυλλίων ευκαλύπτου.[7]

Ο Monsieur Paul G. Madon

Τον Wild διαδέχτηκε ο Γάλλος δασονόμος Paul G. Madon, από την Υπηρεσία Υδάτων και Δασών της Γαλλίας, στις 27 Μαρτίου του 1880.[8] Η εντολή που του δόθηκε ήταν να δημιουργήσει ένα Τμήμα Δασών με διοικητικούς κανόνες και νόμους για τον καλύτερο χειρισμό των δασών, τόσο για εκμετάλλευση και αποφορά εσόδων, όσο και για προστασία· ο συγκεκριμένος έδωσε έμφαση στην προστασία και την αποκατάσταση του δάσους.

Ο Paul G. Madon (σε μετέπειτα φωτογραφία) και το εξώφυλλο της δεύτερης έκθεσής του

Εκπόνησε δύο εκθέσεις. Η πρώτη, με τίτλο «Η αναφύτευση της νήσου Κύπρου» (The Replanting of the Island of Cyprus)[9], η οποία ολοκληρώθηκε στις 15 Αυγούστου 1880 (εκδόθηκε το 1930), αφορούσε μόνο τη νότια οροσειρά του νησιού. Η δεύτερη, με τίτλο «Η διατήρηση των δασών της Κύπρου» (Forest Conservancy of the Island of Cyprus) ολοκληρώθηκε στις 15 Μαΐου 1881 (εκδόθηκε το 1930) και παρέχει λεπτομερή περιγραφή των δασών, προβάλλοντας την κατάσταση της περιόδου και την ανάγκη για αποτελεσματική δράση. Παρόλο που οι εκθέσεις έτυχαν ευνοϊκής αποδοχής και τέθηκαν ενώπιον του Βρετανικού Κοινοβουλίου, η Βρετανική Κυβέρνηση απέρριψε τις προτάσεις του γιατί ήταν πολυδάπανες.[10] Έτσι, ο Madon εγκατέλειψε το νησί το 1882, μετά τη λήξη της διετούς θητείας του, κυρίως λόγω έλλειψης χρηματοδοτήσεως για παραγωγή έργου,[11] αλλά και επειδή πίστευε πως η Κύπρος δεν είχε την ανάγκη κάποιου εξιδεικευμένου δασονόμου, μέχρις ότου τα δάση της βρίσκονταν σε μια κατάσταση αποθεραπείας και ένα σύστημα υλοτομίας μπορούσε να επινοηθεί.[12]

Ευκάλυπτοι για καλύτερη υγιεινή

Κατά τη διάρκεια της δίχρονης θητείας του φυτεύτηκαν δέντρα γύρω από τα χωριά για παροχή καύσιμης ξυλείας[13], και γύρω από τους βάλτους ως μέτρο αποξήρανσης τους. Πίστευε πως η υγιεινή στις πόλεις θα μπορούσε να επιτευχθεί με φυτεύσεις ευκαλύπτων, μέσα και γύρω από αυτές, επικαλούμενος την επιτυχία της συγκεκριμένης μεθόδου στην Αλγερία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Βάσει αυτής πρότεινε ένα πενταετές σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο εκτός από ευκάλυπτοι, θα φυτεύονταν πεύκα και κέδρα στις κύριες πόλεις, με συνολικό κόστος £7,850.[14] Ιδιαίτερη έμφαση έδινε στη δενδροφύτευση στα έλη, αποσκοπώντας στη ρύθμιση της ελονοσίας. Εισηγήθηκε επιπλέον τη βελτίωση των απορροών, την αύξηση των πηγών και των ροών νερού, τον έλεγχο των πλημμυρών, τη σταθεροποίηση και ανάκτηση των αμμόλοφων, καθώς και την κλιματολογική βελτίωση και ανακούφιση των πεδινών περιοχών από την ξηρασία.

Αναδάσωση με ευκαλύπτους

Ο Madon προώθησε πολιτική αναδάσωσης των πεδινών περιοχών, ενώ ταυτόχρονα συμβούλεψε την κυβέρνηση να αποκαταστήσει τις δασικές περιοχές πριν να προχωρήσει σε μεγάλου μεγέθους έργα αναδάσωσης. Κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο χρησιμοποιήθηκαν £5,000 αποκλειστικά για αναδασώσεις, οι οποίες άρχισαν με τη φύτευση ευκαλύπτων (ο Madon είχε αναφέρει πως οι ευκάλυπτοι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν με φειδώ) στη Μεσαορία.[15] Στο μικρό διάστημα που υπηρέτησε, εισήγαγε ακακίες και ευκαλύπτους από την Αυστραλία και ξεκίνησε φυτείες κοντά στις κύριες πόλεις, στην τάφρο γύρο από τα τείχη της Λευκωσίας και στα εδάφη του Κυβερνείου. Σύμφωνα με τον Hutchins, ο οποίος γράφει το 1909, τριάντα χρόνια αργότερα, οι συγκεκριμένες ήταν ακόμη οι καλύτερες φυτείες στο νησί.[16] Το 1881 ξεκίνησε έργο φυτειών σε 6,000 στρέμματα αμμολόφων, που είχαν καταβροχθίσει την αρχαία πόλη της Σαλαμίνας, και στις αλυκές της Λάρνακας και Λεμεσού για έλεγχο των βάλτων και της ελονοσίας. Ωστόσο, με την αναχώρηση του από το νησί, το έργο του εγκαταλείφθηκε.

Πάνω: Φυτεμένοι ευκάλυπτοι στο φυτώριο της Αθαλάσσας, 1955
Κάτω: Η φυτεία ευκαλύπτων στην Αθαλάσσα, 1956
Πηγή: Thirgood, 1987

«Ευτυχώς»[17] δεν χάθηκαν όλα τα φυτώρια του Madon· κάποια συντηρούνταν από την επαρχιακή διοίκηση, όπως της Πάφου, για παράδειγμα. Επίσης, πολλά από τα εξωτικά είδη που παρατηρούνται στις πεδινές περιοχές και στην πόλη, χρόνια μετά, είχαν –κυριολεκτικά– τις ρίζες τους στις εισαγωγές που είχε κάνει ο Madon.

 

[1] J. V. Thirgood, Cyprus: A Chronicle of its Forests, Land and People (Vancouver, 1987), σ. 92

[3] A. E. Wild, Forests in the South and West of the Island of Cyprus, Harrison and Sons, Λονδίνο 1879, σ. 1.

[4] Στο ίδιο.

[5] Στο ίδιο.

[6] Στο ίδιο, σ. 16. Harris, ό. π., σ. 123.

[7] Wild, ό. π., σ. 16.

[8] Cyprus Gazette, n. 48, 7/4/1880, σ. 53. Κρατικό Αρχείο, φακ. SA1/1837, παρατίθεται στο Harris, ό. π., σ. 50, 126-127.

[9] Στις 19 Μαρτίου 1881, 9 μήνες μετά την άφιξη του Madon, οι κανονισμοί, τους οποίους είχε γράψει στα Γαλλικά τον Ιούνιο του 1880, γίνονται αποδεκτοί. Κρατικό αρχείο, φακ. SA1/2093, παρατίθεται στο Harris, ό. π., σ. 128.

[10] Thirgood, ό. π., σ. 94.

[11] Ο Ζαννέτος αναφέρει ότι η Κυβέρνηση «είχεν κλείσασαν τελείως την χείρα της, ευθύς ως τη υπέδειξε τι ώφειλε να δαπανήση, εξ άλλου δε και λαόν, όστις παντοιοτρόπως θα παρεκώλυε το έργον αυτού, διότι υπό το κράτος μακραίωνος βαρβαρικής δουλείας διατελέσας απέβαλε την προς τα δάση αγάπην, έτοιμος ως κατά την ελάχιστην αφορμήν να κηρυχθή και εχθρός αυτών». Ζαννέτος, ό. π., σ. 237-238.

[12] Harris, ό. π., σ. 133, 310. (βλ. και σ. 451-471).

[13] Στην πρώτη Ετήσια Έκθεση του Τμήματος Δασών, το 1881, ο Madon αναφέρει καθαρά πως η έλλειψη μέσων επικοινωνίας καθιστά αναγκαστικό τον εφοδιασμό του μισού νησιού σε ξυλεία από τα τοπικά δάση. Κρατικό Αρχείο, φακ. V41/81. Paul Madon, ‘Report by the Principal Forest Officer for 1881’, στο Robert Biddulph, Report by Her Majesty’s High Commissioner for 1881, Government Printing Office, Λευκωσία 1909, σ. 45.

[14] Madon, The Replanting of the Island of Cyprus, ό. π., σ. 13.

[15] Harris, ό. π., σ. 129.

[16] David Ernest Hutchins, Report on Cyprus Forestry, Waterlow & Sons Limited, Michigan 1909, σ. 13.

[17] Στο ίδιο.